Του Jérôme Gautheret

Ο Μάριο Ντράγκι γνώριζε πολύ καλά ότι το σημαντικότερο κομμάτι της πρώτης ομιλίας του ως πρωθυπουργού, στις 17 Φεβρουαρίου στη Γερουσία, θα ήταν εκείνο για την Ευρώπη. Και παρόλο που, ως πρώην κεντρικός τραπεζίτης, είναι συνηθισμένος να μετράει κάθε του λέξη, είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα έτυχε ιδιαίτερης προσοχής.

«Πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για την ιταλική συμβολή στην ανάπτυξη της ΕΕ», τόνισε. «Χωρίς την Ιταλία δεν υπάρχει Ευρώπη και χωρίς Ευρώπη υπάρχει λιγότερη Ιταλία. Δεν υπάρχει κυριαρχία στη μοναξιά.» Στη συνέχεια, μια συντριπτική πλειοψηφία των γερουσιαστών (260 έναντι 40) έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στον Ντράγκι.

Κι όμως, τον Ιούνιο του 2018, το ίδιο σώμα είχε ενθρονίσει την πιο ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση στην ιταλική ιστορία (Κόντε Ι). Οι δύο συνιστώσες του, η Λέγκα και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, προκαλούσαν ανοιχτά τις Βρυξέλλες και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, διοικητής της οποίας δεν ήταν άλλος από τον Ντράγκι.

Μέσα σε λιγότερα από τρία χρόνια, λοιπόν, και τα δύο αυτά κόμματα έκαναν στροφή 180 μοιρών σε σχέση με την Ευρώπη. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων ιδρύθηκε το 2009 με βάση αρχές (άμεση δημοκρατία μέσω Διαδικτύου, χαρούμενη απο-ανάπτυξη, απόρριψη όλων των ελίτ) που δεν θα μπορούσε παρά να συγκρουστούν με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της Ιταλίας. Οι επιθέσεις του κατά της ΕΕ, όμως, δεν ήταν παρά μια εκδοχή του πολιτικού του λόγου κατά των ελίτ. Και οι ευρωβουλευτές του μπορεί να κάθονταν δίπλα σ’εκείνους του βρετανικού UKIP, ψήφιζαν όμως κατά κανόνα μαζί με τους σοσιαλιστές ή τους Πράσινους.

Με την πάροδο του χρόνου, ο αντιευρωπαϊσμός του κινήματος μαλάκωσε. Και τον Φεβρουάριο του 2018, ο ηγέτης του Λουίτζι Ντι Μάιο δήλωσε στη Monde ότι είναι «ευρωπαϊστής» και ανυπομονεί να εργαστεί μαζί με τον Εμανουέλ Μακρόν για τη μεταρρύθμιση της Ευρώπης. Ετσι, το καλοκαίρι του 2019, δεν δίστασε να σκίσει το «κυβερνητικό συμβόλαιό» του με τη Λέγκα και να συνεργαστεί με την Αριστερά.

Απέναντι σε αυτές τις παλινωδίες, η ευρωπαϊκή διαδρομή της Λέγκας του Ματέο Σαλβίνι έμοιαζε πιο γραμμική. Αλλά η εντύπωση αυτή ήταν εσφαλμένη. Όταν γεννήθηκε, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, από τη συγχώνευση διαφόρων περιφερειακών κινημάτων της βόρειας Ιταλίας, η Λέγκα ήταν βαθιά φιλοευρωπαϊκή. Θεωρούσε μάλιστα ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση ήταν ένας τρόπος να ξεπεραστούν ορισμένες δομικές αδυναμίες της Ιταλίας. Ο Ουμπέρτο Μπόσι επετίθετο συχνότερα στην «κλέφτρα Ρώμη» απ΄ό,τι στις Βρυξέλλες.

Όταν ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος, στα τέλη του 2013, ο Σαλβίνι έκανε μια «λεπενική» στροφή, με στόχο να αυξήσει τη δημοτικότητα της Λέγκας στη νότια Ιταλία και να αντικαταστήσει την εχθρότητα προς το κεντρικό κράτος με την αντίθεση προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αυτή η επιλογή, μαζί με το ανέβασμα των τόνων απέναντι στους μετανάστες, είχε ως αποτέλεσμα να λάβει το κόμμα 35% στις ευρωεκλογές του 2019.

Ο συνδυασμός του Brexit, της μειωμένης ροής μεταναστών και της εισροής χρημάτων μέσω του πακέτου ανάκαμψης, προσφέρει σήμερα στον Σαλβίνι την ιδανική ευκαιρία να αλλάξει ρότα χωρίς να αποκηρύξει τις αρχές του. Να ισχυριστεί δηλαδή ότι η Ευρώπη άλλαξε, όχι το κόμμα. Και να τοποθετηθεί στο κέντρο της πολιτικής σκακιέρας, αναγκαία προϋπόθεση για την επιστροφή του στην εξουσία.