Του Mehul Srivastava

Πριν από δύο χρόνια, ο Μπένι Γκαντζ ήταν ένας στρατηγός θρύλος ο οποίος μπήκε στην πολιτική με την υπόσχεση να σώσει το Ισραήλ από τη δεκαετή και πλέον κυριαρχία του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιαχού.

Σε τρεις εξαντλητικές, αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, ο Γκαντζ κατάφερε να μη χάσει από τον Νετανιάχου, έναν δεξιοτέχνη πολιτικό. Τελικά, για να γλυτώσει μια εξουθενωμένη χώρα από μια τέταρτη εκλογική αναμέτρηση εν μέσω πανδημίας, εντάχθηκε στην κυβέρνηση του Νετανιάχου την περασμένη χρονιά ως υπουργός Άμυνας, με την υπόσχεση να γίνει πρωθυπουργός σε 18 μήνες.

Παρά τον συμβιβασμό, οι Ισραηλινοί θα πάνε στις κάλπες για τέταρτη φορά σε δύο χρόνια την Τρίτη μετά την κατάρρευση της συμμαχίας ανάμεσα στον Γκαντζ και τον Νετανιάχου, όταν ο τελευταίος αρνήθηκε να περάσει τον προϋπολογισμό.

Το χρονοδιάγραμμα των βουλευτικών εκλογών καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από το Νετανιάχου, με την ψηφοφορία να λαμβάνει χώρα δύο εβδομάδες και δύο ημέρες αφότου άνοιξε ξανά τη χώρα με τη βοήθεια της ταχύτερης εκστρατείας εμβολιασμού στον κόσμο.

Ο Γκαντζ, εν τω μεταξύ, μπορεί να μην καταφέρει καν να μπει στη βουλή. Η πολιτική συμμαχία Μπλε-Λευκό κατέρρευσε λίγες ημέρες αφότου συνεργάστηκε με τον Νετανιάχου πριν από έναν χρόνο. Το πολιτικό του raison d’etre, η υπόσχεση να απομακρύνει τον πρωθυπουργό από τη θέση του, ακυρώθηκε τη στιγμή που ο Νετανιάχου επέστρεψε στη θέση του.

Καθώς ο Γκαντζ είναι αντιμέτωπος με την πολιτική λήθη, οι ιστορικοί μπορεί να διακρίνουν μοτίβα μιας στρατηγικής που ο Νετανιάχου έχει εφαρμόσει με επιτυχία σε μεγάλο μέρος της τριανταετούς βουλευτικής του καριέρας: αποπλάνηση και συνεργασία με αντιπάλους, στη συνέχεια αλλαγή πλεύσης και εγκατάλειψη.

«Ήταν σαν ο Νετανιάχου να μας έσπειρε τον καρκίνο» ανέφερε στενός σύμβουλος του Γκαντζ, ο οποίος έχει ετοιμάσει ήδη επιστολή παραίτησης. «Από τη στιγμή που υπογράψαμε τη συμφωνία συνεργασίας, ήμασταν νεκροί».

Το ιστορικό σερί του Νετανιάχου στο τιμόνι της ισραηλινής πολιτικής ζωής έχει χαρακτηριστεί από παραλλαγές του ίδιου θέματος: επικίνδυνοι αντίπαλοι πείθονται να συμμετάσχουν σε κυβερνητικούς συνασπισμούς και στη συνέχεια αφήνονται στην τύχη τους μετά από δημόσιους διαξιφισμούς.

Eνώ ο Νετανιάχου και το κόμμα του Λικούντ έχουν κυριαρχήσει στο πολιτικό σκηνικό στο Ισραήλ, η αντιπολίτευση έχει περάσει από βασανιστικές μεταλλάξεις που κατέληξαν σε αποτυχία. Ονόματα όπως αυτά των Τζίπι Λίβνι, Μοσέ Καλόν, Μπένι Μπεγκίν – οι οποίοι είχαν εμφανιστεί ως διάδοχοι, έχουν περάσει στη λήθη.

Ακόμα και ο Εχούντ Μπάρακ, ο ηγέτης του Εργατικού κόμματος που έχασε από τον Νετανιάχου στις εκλογές του 1999, δεν σώθηκε. Συμμετείχε στην κυβέρνηση του Νετανιάχου ως υπουργός Άμυνας το 2009 και η απόφαση του να κρατήσει ζωντανό τον συνασπισμό του μακραίωνου αντιπάλου του χώρισε στα δύο το Εργατικό κόμμα. «Ο Εχούντ Μπάρακ είχε αυτή την ευκαιρία για μια πιθανή επιστροφή, αλλά δεν τα κατάφερε» δήλωσε ο Αβίβ Μπουσίνσκι, ο οποίος είχε διατελέσει σύμβουλος επικοινωνίας του Νετανιάχου τη δεκαετία του 1990 και ως προσωπάρχης του όταν ήταν υπουργός Οικονομικών. «Που είναι ο Μπάρακ τώρα; Ο Νετανιάχου είναι ακόμα εδώ».

Ο Νετανιάχου αναμένεται να δοκιμάσει την ίδια τακτική με τον Ναφτάλι Μπένετ, έναν επί μακρόν δεξιό σύμμαχο – οποίος έχει διατελέσει προσωπάρχης, υπουργός Άμυνας, ενώ είναι και προσωπικός του φίλος – ο οποίος αναμένεται να εξελιχθεί σε ρυθμιστή των εξελίξεων μετά τις εκλογές.

Όπως και στις τρεις τελευταίες εκλογές, η αναμέτρηση παραμένει οριακή, με το Λικούντ και τους συμμάχους του να προβλέπεται να κερδίσουν παρόμοιο αριθμό εδρών με την αντικυβερνητική συμμαχία από τις 120 συνολικά έδρες της βουλής.

Αν η ακροδεξιά συμμαχία του Μπένετ, η Γιαμίνα, εξασφαλίσει αρκετούς ψήφους για να δώσει στον Νετανάχιου περισσότερες από τις 61 έδρες που χρειάζεται για να σχηματίσει κυβέρνηση, οι σύμβουλοί του αναμένουν ότι το κόμμα τους θα λάβει εκλεκτά υπουργεία, όπως το υπουργείο Άμυνας και το υπουργείο Εξωτερικών. «Δεν είμαστε αφελείς» ανέφερε ένα πρόσωπο κοντά στο Μπένετ. «Αλλά αν είμαστε το κλειδί για τον σχηματισμό ενός συνασπισμού, τότε δεν είναι ένα κλειδί που ο Νετανιάχου μπορεί να το πετάξει τόσο εύκολα».

Aναλυτές υποστηρίζουν ότι οι τακτικές του Νετανιάχου είναι αναγκαίες επειδή το κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό του Ισραήλ δεν του επέτρεψε να κερδίσει αυτοδυναμία σε καμία από τις πέντε θητείες του, παρά τα υψηλά ποσοστά αποδοχής. Αντίθετα, κάθε μία από τις νίκες του σφραγίστηκαν από δύσκολες διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης οι οποίες συχνά διήρκησαν μήνες.

Εδώ είναι που ο Νετανιάχου αποδεικνύει μοναδική ικανότητα να προσελκύει αντιπάλους, προσφέροντας τους την ευκαιρία να κυβερνήσουν αντί να βαλτώνουν στην αντιπολίτευση, ισχυρίζεται ο Άνσελ Πφέφερ, συγγραφέας του Μπίμπι: Η ταραγμένη ζωή και εποχή του Μπέντζαμιν Νετανιάχου. «Είναι ματαιόδοξοι και ηλίθιοι», λέει ο Πφέφερ για τους πολιτικούς που έχουν πέσει επανειλημμένα σε αυτή την παγίδα. «Δεν έχουν την αίσθηση ότι υπάρχει κάποιο νόημα να κάνουν αντιπολίτευση, ενώ αντίθετα νιώθουν ότι αν είναι στην κυβέρνηση μπορούν να κατορθώσουν κάτι», πρόσθεσε.

O Γκαντζ λέει στους οπαδούς του από τότε που συμμετείχε στην κυβέρνηση Νετανιάχου ότι η παρουσία του έβαλε όρια στις επιθέσεις του πρωθυπουργού στη δικαιοσύνη και βοήθησε να αποτραπεί η αποσταθεροποιητική προσάρτηση μεγάλων περιοχών της κατειλημμένης Δυτικής Όχθης. Αλλά η προσπάθειά του να προσελκύσει ψηφοφόρους έχει καταστεί δυσκολότερη αυτή τη φορά, σε αντίθεση με τις τρεις τελευταίες εκλογές, όπου η αντιπολίτευση έβαλε κατά του Νετανιάχου για την εμπλοκή του σε σκάνδαλα, καθώς η δίκη του πρωθυπουργού για διαφθορά και δωροδοκία δεν έχει μειώσει καθόλου τη δημοτικότητα του.

Αντίθετα, οι εκλογές φαίνεται να κρίνονται σε ένα μόνο επίτευγμα, την επιτυχημένη εκστρατεία εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού και την πλήρη άρση των περιοριστικών μέτρων.

Ήταν ένα σημάδι του χούτζπα του Νετανιάχου, ανέφερε ο Μπουσίνσκι, κάνοντας χρήση μιας λέξης των γίντις για να περιγράψει την καλή τύχη του πρωθυπουργού πριν τις εκλογές, αφότου τζόγαρε το πολιτικό του μέλλον ανακοινώνοντας μια ημερομηνία εκλογών προτού γίνει ορατό ότι θα επιτύχει η εκστρατεία εμβολιασμού.

Είπε ότι ήταν ένα στοίχημα που άλλοι πολιτικοί δεν θα τολμούσαν να πάρουν. «Είναι είτε ο Θεός ή τύχη, αλλά έπιασε» ανέφερε ο Μπουσίνσκι.

«Δύο εβδομάδες πριν ή μετά και τα πράγματα μπορεί να ήταν πολύ διαφορετικά» πρόσθεσε.