Μετά τις τελευταίες πολύ περιορισμένες αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα, επανήλθε σε στελέχη της Ν.Δ. η δυσφορία για τον μεγάλο αριθμό προσώπων που προέρχονται από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ και τα οποία έχουν τοποθετηθεί σε θέσεις υπουργών, υφυπουργών και γενικών γραμματέων και στελεχώνουν την κυβέρνηση και τον κρατικό μηχανισμό. Αφορμή ήταν η επιλογή για τη θέση του υφυπουργού Εργασίας του καθηγητή Παναγιώτη Τσακλόγλου, ο οποίος προέρχεται από τον χώρο της Κεντροαριστεράς έχοντας παράσχει τις επιστημονικές γνώσεις του στις κυβερνήσεις Σημίτη, Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά – Βενιζέλου.

Η δυσφορία αυτή στελεχών της Ν.Δ. μέχρι στιγμής παραμένει υπόκωφη και δεν εκφράζεται δημόσια, αλλά είναι απολύτως υπαρκτή και εκδηλώνεται έντονα τις τελευταίες μέρες σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Σε δημόσιο επίπεδο προς το παρόν εκφράζεται με έμμεσο τρόπο μέσα από τις στήλες αρθρογράφων που θεωρούν εαυτούς εκφραστή της βάσης της Ν.Δ.

Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο του προσωπικού βιογράφου του Κώστα Καραμανλή, Μανώλη Κοττάκη, μετά τις αλλαγές στην κυβέρνηση («Εστία», 6.8.2020), όπου υποστηρίζει πως «ο Κυριάκος πλέον δικαιωματικώς είναι αρχηγός του Σημιτικού ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ απέρχεται. Οι δεξιοί τελούν υπό διωγμό. Ηδη 100 υποψήφιοι βουλευτές της ΝΔ έστειλαν στον κύριο Μητσοτάκη επιστολή διαμαρτυρίας».

Βέβαια μπορεί ο κ. Μητσοτάκης να αξιοποιεί σε τέτοια έκταση πρόσωπα από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ που θεωρεί ότι ταιριάζουν στο προφίλ και τον τρόπο σκέψης του προκαλώντας εσωκομματικές αντιδράσεις, αλλά η αξιοποίησή τους στην πράξη δεν γίνεται για να σηματοδοτήσει μια άλλη πολιτική κατεύθυνση. Ο κ. Τσακλόγλου δεν επελέγη με την ιδιότητα του προερχόμενου από την Κεντροαριστερά, αλλά με αυτήν του τεχνοκράτη. Το ίδιο και ο Ακης Σκέρτσος, ο οποίος είναι άνθρωπος της αγοράς και υπήρξε γενικός διευθυντής του ΣΕΒ.

Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης υπουργοποιήθηκε διότι, ήδη από τη θητεία του ως κορυφαίου στελέχους του ΠΑΣΟΚ, έχει χτίσει την εικόνα του ανθρώπου που μπορεί να εφαρμόσει τη σκληρή ατζέντα του νόμου και της τάξης στη βάση των προδιαγραφών των σύγχρονων δεξιών κυβερνήσεων. Η Λίνα Μενδώνη επελέγη και πάλι ως τεχνοκράτης λόγω της θητείας της ως γενικής γραμματέως Πολιτισμού επί κυβερνήσεων Σημίτη, Παπανδρέου και Σαμαρά – Βενιζέλου, και ούτω καθεξής (βλ. αναλυτικά τα πρόσωπα: «Εφ.Συν.», 20.7.2019, Η «πράσινη συνιστώσα» της κυβέρνησης Μητσοτάκη).

Παιχνίδι κυριαρχίας

Προφανώς η επιλογή γίνεται και με το βλέμμα στραμμένο στην εκλογική δεξαμενή της Κεντροαριστεράς, αλλά η ουσία είναι ότι ο πρωθυπουργός στην πραγματικότητα επιλέγει πρόσωπα που δεν ανήκουν σε κάποια εσωκομματική τάση της Ν.Δ. και έχουν πλέον άμεση αναφορά στον ίδιο. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να ελέγξει το εσωκομματικό τοπίο και να εδραιώσει τη δική του κυριαρχία, καθώς και να «κοντύνει» κομματικά στελέχη που αποτελούν ή θα μπορούσαν να αποτελέσουν εσωκομματικούς πόλους.

Αλλωστε ήδη ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο κ. Μητσοτάκης, μπορεί να μη διέγραψε εσωκομματικούς του αντιπάλους, αλλά θέλησε να περιορίσει την ισχύ τους. Μην ξεχνάμε ότι στο όνομα της ανανέωσης ήθελε να οδηγήσει σε αποστρατεία τους πρώην αρχηγούς του κόμματος και ιστορικά στελέχη της παράταξης ή πάντως να τους παροπλίσει. Σήμερα η σαμαρική πτέρυγα είναι αποδυναμωμένη, ενώ η καραμανλική τάση βρίσκεται σε αδράνεια.

Αλλά σε αδράνεια βρίσκεται και το ίδιο το κόμμα, με τον πρωθυπουργό να ρίχνει όλο το βάρος στη στελέχωση του λεγόμενου «επιτελικού κράτους». Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο συνέδριο της Ν.Δ. ήταν σχεδόν «απολιτίκ» και τελικά αυτό που τάραξε τα νερά σε μια κατά τα άλλα υποτονική διαδικασία ήταν οι ευθείες βολές του Αντ. Σαμαρά στην κυβέρνηση αναφορικά με τη διαχείρισή της στο προσφυγικό και τη στάση της στο Μακεδονικό. Ο κ. Σαμαράς είχε τότε αντιληφθεί ότι δεν περιλαμβάνεται στα σχέδια του Κυρ. Μητσοτάκη για την Προεδρία της Δημοκρατίας, ενώ είχε προηγουμένως «αδειαστεί» και για τη θέση του Ευρωπαίου επιτρόπου.

Αλλωστε η επιλογή της προοδευτικής Προέδρου της Δημοκρατίας, Κατερίνας Σακελλαροπούλου, δεν έγινε μόνο προκειμένου να υποχρεωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. να προσφέρουν τη συναίνεσή τους, αλλά είχε και εσωκομματική στόχευση. Να αποδυναμώσει τόσο τον Αντ. Σαμαρά, που επιθυμούσε τη θέση διακαώς, όσο και τους καραμανλικούς, απορρίπτοντας την ανανέωση της θητείας του Προκόπη Παυλόπουλου.

Βενιζελικός

Τυχαίες δεν είναι και οι συνεχείς επικλήσεις του πρωθυπουργού στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο κ. Μητσοτάκης, αντιγράφοντας την πρακτική του πατέρα του και αξιοποιώντας τη μακρινή οικογενειακή συγγένεια, επιχειρεί να οικειοποιηθεί την ιστορική παράδοση του βενιζελισμού, προκειμένου να δημιουργήσει δικές του αναφορές έναντι των καραμανλικών, να διεκδικήσει τον δικό του πολιτικό χώρο στο κόμμα, αλλά και να απευθυνθεί σε ένα ακροατήριο πέραν της στενής Δεξιάς. Και η πρακτική αυτή του Κυρ. Μητσοτάκη προκαλεί βέβαια δυσφορία σε καραμανλικά στελέχη.

Είχαμε επισημάνει ότι δεν πέρασε απαρατήρητο μέσα στο κόμμα το γεγονός ότι κατά την περσινή ομιλία του στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός επέλεξε να αναφερθεί μόνο στον Ελευθέριο Βενιζέλο και όχι στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, σπάζοντας έτσι τον σχετικό κομματικό «απαράβατο. Μετά το θέμα που δημιουργήθηκε τότε, ο κ. Μητσοτάκης στο συνέδριο που ακολούθησε επέλεξε να αναφερθεί και στον Βενιζέλο αλλά και στον Καραμανλή…

Γιάννης Μπασκάκης

efsyn.gr