Του Wolfgang Münchau

Υπήρχαν ενδεικτικά σημάδια από νωρίς. Το 2009 ο Π. Σταϊνμπεργκ, πρώην Γερμανός υπουργός Οικονομικών και αργότερα υποψήφιος των σοσιαλδημοκρατών για την καγκελαρία, εισήγαγε τον συνταγματικό κανόνα ισοσκελισμένου προϋπολογισμού. Αυτό αργότερα προκάλεσε τα μόνιμα γερμανικά δημοσιονομικά πλεονάσματα και την υποεπένδυση σε κρίσιμες υποδομές.

Σε μια κοινή έρευνα, οι Γερμανοί εργοδότες και τα συνδικάτα, πρόσφατα υπολόγισαν το επενδυτικό έλλειμμα στο εντυπωσιακό ποσό των 450 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ετσι, δεν αποτελεί έκπληξη που το SPD έχασε πολιτική στήριξη κατά την περίοδο του Μεγάλου Συνασπισμού με τους χριστιανοδημοκράτες της Αγκελας Μέρκελ.

Το 2012, η ιταλική κυβέρνηση τεχνοκρατών, με ηγέτη τον Μάριο Μόντι, επέβαλε προκυκλική λιτότητα στο μέσο μιας ύφεσης. Ο στόχος ήταν να αποδείξει ότι η Ιταλία ήταν καλή στο να ακολουθεί τους δημοσιονομικούς κανόνες της ευρωζώνης. Η χώρα δεν έχει ακόμα ανακάμψει πλήρως από αυτό το σοκ.

Το 2014, ο Φρανσουά Ολαντ, πρώην πρόεδρος της Γαλλίας, αποκαλύφθηκε ως δεξιόστροφος υποστηρικτής της προσφοράς όταν επικαλέστηκε το νόμο του Say, ότι η προσφορά δημιουργεί τη δική της ζήτηση. Από τότε το σοσιαλιστικό κόμμα ουσιαστικά εξαφανίστηκε ως πολιτική δύναμη, μαζί με τους παλιούς ανταγωνιστές του στην κεντροδεξιά.

Στα τέλη του 2015 στη Μεγάλη Βρετανία, άκουσα μια ομάδα πολιτικών, ακαδημαϊκών και σχολιαστών, υποστηρικτών του remain, να πείθουν εαυτούς ότι ο ευκολότερος τρόπος να κερδίσουν ένα επερχόμενο δημοψήφισμα για το Brexit θα ήταν να τρομάξουν το εκλογικό σώμα. Ολοι ξέρουμε τι αποτέλεσμα είχε αυτό.

Το κοινό στοιχείο σε αυτές τις διαφορετικές ιστορίες είναι ότι ζωγραφίζουν μια εικόνα πτώσης του πολιτικού κέντρου στην Ευρώπη. Εκτιμώ ότι αυτό, όχι η άνοδος του λαϊκισμού, είναι η κύρια εξέλιξη στα μεγαλύτερα κράτη-μέλη της Ευρώπης.

Αν υπάρχει μια κοινή πολιτική που επιτάχυνε αυτή την τάση, ήταν η λιτότητα. Εχουμε καταλήξει να κρίνουμε τη λιτότητα κυρίως με όρους οικονομικών συνεπειών. Αλλά είναι το πολιτικό αντίκτυπο από τη μείωση των κρατικών δαπανών που πιθανότητα θα επιμείνει.

Η λιτότητα, ως πολιτική, είναι η συνέπεια της φτωχής κατανόησης των οικονομικών συνδυασμένη με αυτάρεσκα μυαλά που έχουν μια τάση να ξοδεύουν πολύ χρόνο με παλιόφιλους σε μέρη όπως το Νταβός.

Οι κεντρώοι πολιτικοί δεν είναι επίσης καλοί στο να παραδέχονται λάθη ή να αλλάζουν στρατηγική. Η πιο τραγική πρόσφατη περίπτωση αδυναμίας επανάληψης των ίδιων λαθών υπήρξε η επανάληψη των λανθασμένων υπολογισμών από τους οπαδούς του remain στη Μεγάλη Βρετανία.

Σκεφτείτε εκείνους τους κεντρώους βουλευτές σε όλα τα κόμματα που ποντάρισαν τα πάντα σε ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Κατέληξαν χωρίς δουλειά και με ένα σκληρότερο Brexit. Όπως ένας απελπισμένος τζογαδόρος, συνέχισαν να ποντάρουν σε ένα αποτέλεσμα που είχε μικρή πιθανότητα να πραγματοποιηθεί και έχασαν.

Η εμμονή σε διαδοχικούς Μεγάλους Συνασπισμούς επίσης συνέβαλε στην κατάρρευση του SPD στη Γερμανία. Ο Μάρτιν Σουλτς, πρώην πρόεδρος του SPD, υποσχέθηκε ότι δεν θα συμφωνήσει ποτέ σε ένα ακόμα Μεγάλο Συνασπισμό, αλλά υποχώρησε αργότερα. Δεν υπάρχει κάτι που να φοβάται περισσότερο ένας Γερμανός σοσιαλδημοκράτης από το να τον αποκαλέσεις πολιτικά ή -ακόμα χειρότερα- φορολογικά ανεύθυνο.

Το κόμμα, όμως, έκτοτε εξέλεξε μια νέα, και προφανώς πιο ριζοσπαστική ηγεσία. Αν είχαν μυαλό θα έβγαιναν από τον Μεγάλο Συνασπισμό τώρα, θα ξεφορτώνονταν την παλιά φρουρά και θα παρουσίαζαν μια εναλλακτική ατζέντα για την επόμενη δεκαετία. Κρίνοντας από τις αρχικές κινήσεις δεν είμαι σίγουρος ότι θα συμβεί αυτό.

Η κοινοβουλευτική πολιτική είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Η ζημιά κάποιου είναι κέρδος κάποιου άλλου. Στη Γερμανία, πολλοί νεότεροι αστοί ψηφοφόροι του SPD έχουν μετακινηθεί στους Πράσινους, το μόνο μη ακραίο πολιτικό κόμμα που έχει το κουράγιο να κριτικάρει τον τοξικό κανόνα ισοσκελισμένου προϋπολογισμού και να παλέψει ενάντια στο λόμπι της αυτοκινητοβιομηχανίας και του άνθρακα. Οι Πράσινοι είναι το νέο ριζοσπαστικό κέντρο στην γερμανική πολιτική σκηνή. Κάποιοι απογοητευμένοι ψηφοφόροι του SPD πήγαν προς την άλλη κατεύθυνση, το ακροδεξιό «Εναλλακτική για τη Γερμανία», αλλά η επιρροή του AfD παραμένει περιορισμένη στα ανατολικά.

Στη Γαλλία η πτώση των παλαιών κεντρώων κομμάτων οδήγησε στην άνοδο ενός νέου ριζοσπαστικού κινήματος υπό τον πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν. Κάποιοι ψηφοφόροι από την παλιά κεντροδεξιά και από τα αριστερά κινήθηκαν προς την Μαρίν Λε Πεν και το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο.

Στην Ιταλία, εν τω μεταξύ, το πολιτικό κέντρο έχει στρίψει αποφασιστικά προς τα δεξιά. Το «Forza Italia», το κόμμα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι σχεδόν εξαφανίστηκε. Η Λίγκα είναι τώρα το πρώτο κόμμα. Το Δημοκρατικό Κόμμα, η κύρια κεντροαριστερή ομάδα, είναι πολύ πιο αδύναμο, απ’ όσο στο παρελθόν. Ο φόβος του Ματτέο Σαρβίνι, ηγέτη της Λίγκας, είναι αυτό που κρατά ενωμένο τον υφιστάμενο συνασπισμό με το Κίνημα Πέντε Αστέρων.

Θα ήταν εφησυχασμός, αλλά σε πλήρη ευθυγράμμιση με τις κεντρώες ψευδαισθήσεις, να κατηγορήσουμε τους λαϊκιστές ή τους Ρώσους για αυτή την κάμψη. Η κατάρρευση του κέντρου δεν είναι συνωμοσία. Είναι αυτοτραυματισμός. Σε κάποιες χώρες οι λαϊκιστές κάλυψαν το κενό. Όχι όμως παντού. Ούτε οι Πράσινοι, ούτε ο Μακρόν είναι λαϊκιστές.

Ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός έχει μακρά ιστορία αυτοκαταστροφής. Ζούμε έναν ανάλογο κύκλο. Εχοντας κατά νου την περασμένη, ασυνήθιστη δεκαετία, μόνο ένας χαζός θα θέλει να προβλέψει τι ακολουθεί. Αυτό που παραμένει είναι μια αίσθηση φόβου.

Πηγή: Financial Times/euro2day.gr