Του Γιώργου Κύρτσου

Η οικονομική και κοινωνική κρίση που διέρχεται η Ελλάδα έχει πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις. Τα πλήγματα στο πραγματικό εισόδημα των μη προνομιούχων και των φτωχών συμπολιτών μας είναι σκληρότερα και από την περίοδο των Μνημονίων.

Προστίθενται σε μια δεκαετή δοκιμασία αναγκαστικής προσαρμογής, με βασικό χαρακτηριστικό τη συμπίεση των εισοδημάτων.

Σύμφωνα με έρευνες της κοινής γνώμης, δύο στους τρεις πολίτες μόλις τα φέρνουν βόλτα ή οδηγούνται στο οικονομικό και κοινωνικό περιθώριο λόγω της έντασης της κρίσης.

Σε βάθος χρόνου

Η κρίση θα πάει σε βάθος χρόνου, αν κρίνουμε από τη γεωπολιτική αστάθεια που προκαλεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, τις έντονες πληθωριστικές πιέσεις, που είναι βέβαιο ότι θα διαρκέσουν όλο το 2022, ενδεχομένως και το 2023, και ένα σωρό ανατροπές λόγω Covid-19, προβλημάτων στις εφοδιαστικές αλυσίδες και προσαρμογής της παγκοσμιοποίησης στις νέες συνθήκες.

Ο πληθωρισμός διαλύει την ελληνική κοινωνία και την οικονομία. Το εμπορικό έλλειμμα τον Ιανουάριο του 2022 ήταν διπλάσιο από το έλλειμμα του Ιανουαρίου του 2021 και το εμπορικό έλλειμμα του Φεβρουαρίου του 2022 ήταν τριπλάσιο από το εμπορικό έλλειμμα του Φεβρουαρίου του 2021.

Η ανησυχητική διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος οφείλεται στην αύξηση του κόστους των εισαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου αλλά και στην αδυναμία των ελληνικών επιχειρήσεων να ανταγωνιστούν με επιτυχία σε ένα ολοένα σκληρότερο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Η ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας σε συνθήκες υψηλού πληθωρισμού με ευρώ είναι μια εξαιρετικά σύνθετη υπόθεση, που φαίνεται να ξεπερνά τις δυνατότητες της σημερινής κυβέρνησης. Η μέθοδος προσαρμογής που είχαμε προ ευρώ, όταν ξέφευγε ο πληθωρισμός, στηριζόταν στην ανταγωνιστική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και σε κάποιες αντισταθμιστικές εισοδηματικές αυξήσεις.

Με το ευρώ δεν τίθεται θέμα υποτίμησης σε εθνικό επίπεδο, γεγονός που σημαίνει ότι μπορούμε να αποφύγουμε κρίση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μόνο εάν ενισχύσουμε τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και των επιχειρήσεων με διάφορους τρόπους.

Αλλάζει ο συσχετισμός

Η διαπίστωση ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά και δεν υπάρχει άμεση προοπτική βελτίωσης της κατάστασης αρχίζει να επηρεάζει τον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων.

Η ΝΔ είχε ποσοστά της τάξης του 36% – 38% το περασμένο καλοκαίρι. Σήμερα βρίσκεται στο 30% – 32% με τάση περαιτέρω υποχώρησης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται στο 22% – 24%, εμφανίζονται όμως οι πρώτες δημοσκοπήσεις που δείχνουν μείωση της διαφοράς από την πρώτη Νέα Δημοκρατία, σε ορισμένες μετρήσεις, στις πέντε μονάδες.

Το ΚΙΝΑΛ με τον Νίκο Ανδρουλάκη κινείται, ανάλογα με τη δημοσκόπηση, στο 12% – 14%.

Ανακατατάξεις παρατηρούνται και σε μικρότερα κόμματα, με μια μικρή τάση αύξησης των ψηφοφόρων στα δεξιά της ΝΔ.

Οι διαστάσεις των προβλημάτων και η απομάκρυνση της ΝΔ από ποσοστά αυτοδυναμίας, με οποιοδήποτε εκλογικό σύστημα, επιβάλλουν μετεκλογικές συνεργασίες.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη πέρασε κάτω από τον πήχη στη διαχείριση αλλεπάλληλων κρίσεων. Σε ό,τι αφορά την πανδημία, η Ελλάδα έχει αυτήν την περίοδο τις χειρότερες επιδόσεις στην ΕΕ. Στην οικονομία έχουμε έναν συνδυασμό νέας υπερχρέωσης, ανατροπής του εμπορικού ισοζυγίου και πληθωριστικής έξαρσης. Στο ενεργειακό έγιναν επιλογές σε βάρος του λιγνίτη και υπέρ του λόμπι του φυσικού αερίου με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί εκρηκτικές καταστάσεις.

Κατά συνέπεια, ο Μητσοτάκης δεν μπορεί να προβληθεί ως λύση της επόμενης τετραετίας, γιατί απέτυχε στη διάρκεια αυτής της τετραετίας, έχοντας αυτοδυναμία και για ένα διάστημα παντοδυναμία.

Θεωρώ ότι τα επόμενα οκτώ χρόνια θα τα αφιερώσουμε στην κάλυψη του λογαριασμού που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της τετραετίας. Δεν υπάρχει πολιτική δύναμη που να μπορεί να σηκώσει το βάρος της κρίσης που προκλήθηκε και θα πάμε αναγκαστικά σε κυβερνήσεις ευρύτερης συνεργασίας.

Έρχεται η ώρα των δημιουργικών προτάσεων, της υπευθυνότητας, των συναινετικών λύσεων και της περιθωριοποίησης των πολιτικών που χαρακτηρίζονται από ανεπάρκεια, αλαζονεία, έλλειψη κοινωνικής ευαισθησίας και ταυτίζονται με μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα.