Στη Σύνοδο Κορυφής που ξεκινά την Πέμπτη στις Βρυξέλλες οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συζητήσουν τις σχέσεις με την Τουρκία. Στην ατζέντα συμπεριλαμβάνεται η επιβολή κυρώσεων. Ο σημαντικότερος λόγος είναι η τουρκική στάση απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Παρά τις ευρωπαϊκές εκκλήσεις, η Τουρκία συνεχίζει τις έρευνές της για αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου στις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ) που διεκδικούν τα δύο κράτη μέλη της ΕΕ. Τον Σεπτέμβριο οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν ήδη συμφωνήσει σε κατάλογο κυρώσεων. Εναπόκειται τώρα στους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων να εφαρμόσουν αυτά τα μέτρα – ή όχι. Στις πτυχές του όλου ζητήματος αναφέρεται σε συνέντευξη με την DW o επικεφαλής του Κέντρου Εφαρμοσμένων Τουρκικών Σπουδών στο Βερολίνο Γκύντερ Ζόιφερτ.

Deutsche Welle: Επανειλημμένα έχουν αναβληθεί σε Συνόδους Κορυφής της ΕΕ αποφάσεις για κυρώσεις κατά της Τουρκίας. Τι περιμένετε αυτή τη φορά;

Γκύντερ Ζόιφερτ: Σε ορισμένα κράτη-μέλη της ΕΕ, που είχαν προηγουμένως θετική εικόνα για την Τουρκία, επικρατεί τώρα μια αρκετά αρνητική αντίληψη – και λόγω της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Για παράδειγμα στην Ισπανία, την Ιταλία και την Πολωνία. Ταυτόχρονα ωστόσο φοβούνται, ειδικά η Ισπανία και η Ιταλία, ότι πιθανές κυρώσεις θα μπορούσαν να βλάψουν την τουρκική οικονομία και συνεπώς να έρθουν σε αντίθεση με τα οικονομικά τους συμφέροντα.

Στη σύσκεψή τους τη Δευτέρα οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ συζήτησαν το θέμα Τουρκία. Μετά τη συνάντηση, ο Ύπατος Εκπρόσωπος για την Εξωτερική Πολιτική της ΕΕ Ζοζέπ Μπορέλ δήλωσε ότι επικράτησε ομοφωνία πως η συμπεριφορά της Τουρκίας δεν έχει αλλάξει ριζικά. Λογική συνέπεια αυτής της εκτίμησης θα πρέπει να είναι κυρώσεις.

Σωστά. Η Τουρκία δεν εκπληρώνει καμία από τις προϋποθέσεις που διατύπωσε η ΕΕ στη Σύνοδο Κορυφής την 1η Οκτωβρίου, προκειμένου να ξεκινήσει μια θετική ατζέντα των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας. Η Άγκυρα παραβίασε και πάλι την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημιούργησε επίσης νέα σημεία διαμάχης. Στην Κύπρο, για παράδειγμα, η Τουρκία κηρύσσει ξαφνικά την ελληνοκυπριακή παράκτια πόλη Βαρώσια ως μέρος της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» η οποία αναγνωρίζεται μόνο από αυτή. Επίσης, η τουρκική κυβέρνηση έχει εγκαταλείψει το διεθνώς αναγνωρισμένο πλαίσιο για την επίλυση του Κυπριακού, δηλαδή τη δημιουργία ενός κοινού κράτους, και προωθεί τώρα την αναγνώριση της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Κατά αυτό τον τρόπο η Άγκυρα κλιμάκωσε περαιτέρω την ένταση στην Αν. Μεσόγειο.

Εκτός αυτού, η Τουρκία ενεργοποίησε εντός του διαστήματος που έθεσε η ΕΕ για αποκλιμάκωση της έντασης, το ρωσικό σύστημα πυραυλικής άμυνας S-400. Αυτό δεν είναι καθόλου προς το συμφέρον της ΕΕ. Στη δε διαμάχη με τον γάλλο Πρόεδρο Μακρόν, κατηγόρησε σε τελική ανάλυση όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που έχουν μουσουλμανική μετανάστευση για ισλαμοφοβία και ρατσιστική μεταχείριση των Μουσουλμάνων. Επομένως, αν συγκρίνουμε την απόφαση που πήρε η ΕΕ με τη συμπεριφορά που επέδειξε η Τουρκία, θα πρέπει να υπάρξει μια αποφασιστική αντίδραση κατά της Άγκυρας. Ωστόσο, κατά πόσο αυτό θα συμβεί, είναι ένα άλλο ερώτημα.

Μέχρι στιγμής η γερμανική κυβέρνηση έχει αποτρέψει την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία. Σημαντικό για τη Γερμανία είναι το ζήτημα των προσφύγων, πτυχές της ασφάλειας, η παραμονή της Άγκυρας στο σύστημα της δυτικής συμμαχίας και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Θα μπορέσει η καγκελάριος να διατηρήσει αυτή τη θέση στη Σύνοδο Κορυφής;

Τουλάχιστον θα της είναι πιο δύσκολο. Το μέτωπο των χωρών που έχουν χάσει την υπομονή τους με την Τουρκία έχει μεγαλώσει. Μαζί με την Ελλάδα υποστηρίζουν μια αυστηρότερη αντιμετώπιση της Τουρκίας η Γαλλία, η Αυστρία, η Ολλανδία, το Βέλγιο, τα κράτη της Βαλτικής όπως και η Ιρλανδία. Αλλά και στη γερμανική διπλωματία επικρατεί δυσαρέσκεια με την Τουρκία. Με τη διαμεσολάβηση που ανέλαβε και το ρόλο της ως τροχοπέδης στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής σε ό,τι αφορά τις κυρώσεις, η Γερμανία έχει ρισκάρει αρκετά. Η Τουρκία, ωστόσο, δεν έκανε ούτε ένα βήμα προς την κ. Μέρκελ.

Μπορούν οι κυρώσεις να αναγκάσουν την τουρκική κυβέρνηση να αλλάξει συμπεριφορά στην εξωτερική της πολιτική;

Φυσικά θα μπορούσε μια αποφασιστική δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μετριάσει την τουρκική πολιτική. Η Τουρκία γνωρίζει πόσο εξαρτάται από την ΕΕ. Αλλά είναι πεπεισμένη για την ευρωπαϊκή διάσταση απόψεων.

Η Αθήνα και η Λευκωσία διευκόλυναν με τη στάση τους την αποκλιμάκωση της έντασης με την Τουρκία;

Η Αθήνα αρχικά επωφελήθηκε πολύ από το γεγονός ότι η ΕΕ εξέφρασε στις δηλώσεις της την πλήρη αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κύπρο. Κατά αυτό τον τρόπο, η ΕΕ υποστήριξε σιωπηρά την ελληνική θεώρηση ότι τα νησιά μπορούν να δημιουργήσουν τη δική τους ΑΟΖ όπως και η ηπειρωτική χώρα. Ωστόσο, όταν κλιμακώθηκε η ένταση, η Ελλάδα πολύ νωρίς δήλωσε πρόθυμη να μπει σε διαπραγμάτευση για τα θαλάσσια σύνορα και, σε τελική ανάλυση, να αναγνωρίσει απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου στη Χάγη. Η Τουρκία αντίθετα αναδείκνυε όλο και νέα ζητήματα: το καθεστώς των ελληνικών νησιών και βραχονησίδων στο Αιγαίο, τη στρατιωτικοποίηση νησιών – αν και αυτό συμβαίνει εδώ και δεκαετίες. Έτσι, η Άγκυρα έδεσε έναν Γόρδιο Δεσμό που είναι σχεδόν αδύνατο να λυθεί ξανά. Η δε Κυπριακή Δημοκρατία έχει προτείνει στην Τουρκία είτε έμμεσες είτε ανεπίσημες συνομιλίες. Η Τουρκία δεν απάντησε σε αυτό. Φυσικά, και η Αθήνα και η Λευκωσία προβάλλουν μέγιστες απαιτήσεις, αλλά είναι όμως πρόθυμες για αποκλιμάκωση.

Μέχρι στιγμής οι Έλληνες και οι Κύπριοι δεν έχουν βρει τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ειδικοί αμφιβάλλουν αν η εξόρυξή τους στην ΑΟΖ της Κύπρου και η εξαγωγή στην Ευρώπη είναι οικονομικά ωφέλιμη. Γιατί η Τουρκία εξακολουθεί παρ΄ όλα αυτά να διακινδυνεύει την επιδείνωση των σχέσεων με την ΕΕ, στέλνοντας τα ερευνητικά της σκάφη στην ΑΟΖ των δύο κρατών-μελών της ΕΕ;

Πράγματι, οι ειδικοί δεν θεωρούν ότι υπάρχουν μεγάλα αποθέματα στις θαλάσσιες ζώνες που είναι αμφιλεγόμενες ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα, όπως και την Κύπρο. Οι πολλά υποσχόμενες ζώνες είναι αυτές που διεκδικούν το Ισραήλ και η Αίγυπτος και οι οποίες δεν είναι αμφιλεγόμενες. Υπάρχει λοιπόν κάθε λόγος να υποθέσουμε ότι οι ενεργειακές ανάγκες της Τουρκίας δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την επιθετική της συμπεριφορά στην Αν. Μεσόγειο. Το ζητούμενο είναι μάλλον ότι η Τουρκία εδραιώνεται ως η μελλοντική περιφερειακή δύναμη που ελέγχει για δικό της όφελος τις εμπορικές, ενεργειακές και μεταναστευτικές ροές στην Α. Μεσόγειο. Επίσης, η Άγκυρα θέλει να εξασφαλίσει την πρόσβαση στις αγορές της Β. Αφρικής και άλλων αφρικανικών χωρών, όπου βλέπει τον εαυτό της σε ανταγωνισμό με ευρωπαϊκές δυνάμεις, ιδίως τη Γαλλία.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε λίγη προσοχή στη συμπεριφορά της Τουρκίας στην Αν. Μεσογειο. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο Τζο Μπάιντεν δεν σκοπεύει να αποδεχτεί τα πράγματα ως έχουν. Κατά πόσο είναι αποφασισμένη η τουρκική κυβέρνηση να ρισκάρει την επιδείνωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ;

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Άγκυρα ενεργοποίησε το σύστημα S-400 τις τελευταίες εβδομάδες της διακυβέρνησης Τραμπ με την ελπίδα ότι δεν θα ακολουθήσουν κυρώσεις. Η Τουρκία γνωρίζει ότι ο Τζο Μπάιντεν θα συμπεριφέρεται με ένα διαφορετικό τρόπο. Μελλοντικά οι τηλεφωνικές κλήσεις του Ερντογάν στον Λευκό Οίκο δεν θα προωθούνται τόσο εύκολα στον Πρόεδρο. Τις σχέσεις των δύο χωρών θα διαχειρίζεται μάλλον η επίσημη διπλωματία. Ο Ερντογάν γνωρίζει επίσης ότι ο Τζο Μπάιντεν θα δίνει μεγαλύτερη προσοχή σε θέματα που άπτονται του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παράλληλα όμως, ο Μπάιντεν θα επιδιώξει να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή. Σε αυτή την προσπάθεια η Τουρκία θα μπορούσε να του είναι χρήσιμη. Για αυτό οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία μάλλον δεν θα επιδεινωθούν ουσιαστικά, αλλά θα επέλθει μια αλλαγή στο στυλ. Η Άγκυρα θα προσπαθήσει να παρουσιαστεί ως δύναμη που είναι απαραίτητη για τις ΗΠΑ σε ό,τι αφορά τη Ρωσία. Το ζητούμενο είναι, πώς θα ανταποκριθεί ο Μπάιντεν.

Ο Γκύντερ Ζόιφερτ είναι επικεφαλής του Κέντρου Εφαρμοσμένων Τουρκικών Σπουδών (CATS) στο Ίδρυμα Επιστήμη και Πολιτική του Βερολίνου. Στο παρελθόν ήταν ανταποκριτής γερμανικών ΜΜΕ στην Τουρκία και έχει διδάξει σε πανεπιστήμια στην Κωνσταντινούπολη, τη Λευκωσία και τη Λοζάνη. Η έρευνά του επικεντρώνεται σε θέματα που αφορούν την Τουρκία, την Κύπρο, τη μετανάστευση, την πολιτική διεύρυνσης της ΕΕ, το πολιτικό Ισλάμ.