Της Μαρίνας Αλεξανδρή

Ο Σωτήρης Τσιόδρας επανεμφανίστηκε χθες μετά από μήνες, για να απευθύνει μια δημόσια προειδοποίηση: Να μη γίνουμε Χιλή.

Η προειδοποίησή του λίγο απέχει από το «να μην γίνουμε Μπέργκαμο».  Στη Χιλή, με εμβολιασμένο το 30% του πληθυσμού τουλάχιστον με μία δόση, αποφασίστηκε η  άρση των περιοριστικών μέτρων και, ουσιαστικά, το πλήρες άνοιγμα οικονομίας και κοινωνίας. Το αποτέλεσμα ήταν να αναζωπυρωθεί, με σαρωτικό τρόπο η πανδημία, να εκτοξευτούν κατακόρυφα κρούσματα και θάνατοι, και να επιβληθεί ξανά καθολικό lockdown – σε βαθμό που χθες η κυβέρνηση του Σαντιάγο ανακοίνωσε και το ερμητικό κλείσιμο των συνόρων της χώρας.

Το ερώτημα είναι εάν η προειδοποίηση Τσιόδρα ήταν «καμπανάκι» προς την κουρασμένη κοινωνία ή είχε ως αποδέκτη και το Μαξίμου. Το ίδιο ερώτημα ισχύει και για τα υπόλοιπα στοιχεία που έδωσε ο καθηγητής, προειδοποιώντας επίσης δημόσια, στη διάλεξή του στην Ακαδημία Αθηνών,  ότι ο αριθμός των διασωληνωμένων ασθενών μπορεί να φθάσει έως τους 1.200 ακόμη και μετά το Πάσχα και δηλώνοντας πως τα πραγματικά κρούσματα είναι 6 με 10 φορές περισσότερα από αυτά που επιβεβαιώνονται καθημερινά.

Μια πρώτη απάντηση ίσως δοθεί στην σημερινή συνεδρίαση των επιδημιολόγων που συνέρχονται για να γνωμοδοτήσουν για το άνοιγμα των σχολείων την επόμενη Δευτέρα. Παρούσα στην συνεδρίαση, όπως έγινε γνωστό χθες το βράδυ, θα είναι και η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως και οι πληροφορίες από το κυβερνητικό στρατόπεδο εμφανίζουν ως δεδομένο ότι θα δοθεί το «πράσινο φως» για την επιστροφή στα σχολεία των μαθητών και των τριών τάξεων του Λυκείου υπό την προϋπόθεση των self tests.

Οι ίδιες πληροφορίες δείχνουν επαναλειτουργία και των Γυμνασίων μια εβδομάδα αργότερα, με μόνον τα Δημοτικά να παραπέμπτονται για μετά το Πάσχα.

Καθ’ ότι όμως τα στοιχεία Τσιόδρα δεν είναι τα μόνα ανησυχητικά στοιχεία που έχουν στα χέρια τους οι επιδημιολόγοι τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται κλειδωένο. Από την πρώτη εκτίμηση που έγινε χθες, σε συνεδρίαση της επιτροπής με στενή σύνθεση, προκύπτει νέα αύξηση των εισαγωγών στα νοσοκομεία και δη χωρίς θετική αναλογία εξιτηρίων, προκύπτει επίμονα ευρεία διασπορά του κορονοϊού χωρίς ενδείξεις άμεσης αποκλιμάκωσης στην Αττική, και προκύπτει ακόμη μεγάλη αύξηση, που ξεπερνά το 50%, του ιϊκού φορτίου στα λύματα της Θεσσαλονίκης.

Ειδικά η Θεσσαλονίκη φαίνεται να κινδυνεύει άμεσα με επιστροφή στην κατάσταση του Νοεμβρίου, με τα κρούσματα να πολλαπλασιάζονται καθημερινά και τις ΜΕΘ να γεμίζουν.

Ενώπιον αυτών των δεδομένων η κυβέρνηση εμφανίζεται, προσώρας και δημοσίως τουλάχιστον, ακλόνητη στην πολιτική της επιλογή για άνοιγμα όλων των δραστηριοτήτων έως την πρώτη εβδομάδα του Μαίου. Στο κυβερνητικό επιτελείο, μάλιστα, οι προτεραιότητες αυτή την στιγμή είναι τι θα γίνει με την Ιεραρχία, η οποία συνεδριάζει από χθες διαμηνύοντας πως δεν θα αποδεχθεί κλειστές εκκλησίες την Μεγάλη Εβδομάδα για δεύτερη χρονιά, καθώς και πώς θα βρεθεί διέξοδος για μια ελεγχόμενη έστω «έξοδο» των πολιτών το Πάσχα προκειμένου να αποσυμπιεστεί το κύμα της κοινωνικής δυσφορίας.

Στα μετόπισθεν ωστόσο η αγωνία παραμένει και οι πλέον σώφρονες εντός του κυβερνητικού στρατοπέδου αναγνωρίζουν ότι το μεγάλο δίλημμα θα απαντηθεί επί της ουσίας μετά από 10 ημέρες: Τότε, με βάση κυρίως την κατάσταση στα νοσοκομεία, θα κληθεί η κυβέρνηση να αποφασίσει εάν θα πρέπει να παγώσει τα σχέδια ολικής επανεκκίνησης ή να επιμείνει στο άνοιγμα ρισκάροντας μια κατάρρευση του ΕΣΥ κι ένα σαρωτικό τέταρτο κύμα της πανδημίας.

Και για τις δύο επολογές πάντως, είτε για το «πάγωμα» είτε για την ανάληψη του ρίσκου, ο πρωθυπουργός φρόντισε ήδη από χθες να αποποιηθεί πάσα ευθύνη και να την μεταθέσει ατόφια στην κοινωνία: «Στα χέρια της κοινωνίας βρίσκεται η υπόθεση της Υγείας και της Οικονομίας», είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκη μιλώντας στο διαδικτυακό συνέδριο της Συνομοσπονδίας Εμπορίου, νίπτοντας ανοιχτά και κυνικά τα χέρια του. Και για να γίνει ακόμη πιο σαφής, πρόσθεσε πως «η Πολιτεία δεν μπορεί να κατηγορείται και όταν επιτρέπει δραστηριότητες, και όταν τις περιορίζει».