Του Γιάννη Χουβαρδά

Οι πρόσφατες κινήσεις της Τουρκικού κράτους απέναντι στην Αίγυπτο είναι εναρμονισμένες με την τακτική που ακολουθεί στην τρέχουσα συγκυρία για την υλοποίηση της ιμπεριαλιστικής του στρατηγικής. Δηλαδή την εδραίωση της ηγεμονικής του θέσης στην Αν. Μεσόγειο και την ανάδειξη του σε παγκόσμια δύναμη για λογαριασμό της Τουρκικής αστικής τάξης, ζήτημα που σχετίζεται με την αύξηση της ναυτικής του ισχύος, την απρόσκοπτη τροφοδότηση της Τουρκικής οικονομίας με φτηνή/επαρκή ενέργεια, την κυριαρχία του στις οδούς μεταφοράς εμπορευμάτων (ιδιαίτερα ενέργειας)/ανθρώπων, τον έλεγχο στρατηγικών περασμάτων/περιοχών, την αύξηση του μεριδίου του Τουρκικού κεφαλαίου στις αγορές.

Η προσπάθεια της Άγκυρας να εξομαλύνει τις σχέσεις της με το Κάιρο, συμβαδίζει και με τους τέσσερις πυλώνες, πάνω στους οποίους εξελίσσεται η Τουρκική στρατηγική: Α) Τη μεγέθυνση των Τουρκικών ζωνών κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Β) Την κατοχύρωση/επέκταση της Τουρκικής επιρροής σε όλη τη “σφαίρα” της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Γ) Την ανάληψη ηγετικού ρόλου από την Τουρκία, σε μία νέα, υπό διαμόρφωση, ιμπεριαλιστική συνεργασία κρατών και οργανώσεων που προωθεί η ίδια, με εργαλεία το πολιτικό Ισλάμ, τον νέο-Οθωμανισμό, τον Παντουρκισμό/Παντουρανισμό, κ.α, δίχως να παραιτείται από την έντονη δραστηριότητα της στο ΝΑΤΟ και από τη συμμαχία της με ΗΠΑ-ΕΕ. Δ) Τη διεκδίκηση της αναγνώρισης της Τουρκίας ως ισότιμο συνομιλητή των μεγάλων δυνάμεων, παράλληλα με την ανάδειξη του υπό-διαμόρφωση συνασπισμού στον οποίο φιλοδοξεί να ηγηθεί σε νέο πόλο ισχύος στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, μέσω της διεξαγωγής ενός σύνθετου και πολυεπίδπεδου παζαριού, τόσο με τη σύμμαχο της Δύση, όσο και με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Καταρχάς μία εξομάλυνση των Τουρκοαιγυπτιακών σχέσεων θα ωθήσει τον ευρωατλαντικό παράγοντα (ΗΠΑ, Η.Β, ΕΕ, ΝΑΤΟ) σε ένταση των πιέσεων για την ολοκλήρωση των παζαριών που καθοδηγεί για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών στην Αν. Μεσόγειο, ενώ θα αδυνατίσει την όποια αντουρκική γραμμή ακολουθεί η τριμερής συνεργασία Ελλάδας-Κυπριακής Δημοκρατίας-Αιγύπτου. Με δεδομένη την επιβεβαίωση του τουρκολυβικού μνημονίου για τη θάλασσα από τη νέα κυβέρνηση της Λιβύης, το οποίο δεν αναγνωρίζει στα νησιά επήρεια σε ΑΟΖ-υφαλοκρηπίδα, τη μη αναγνώριση του δικαίου της θάλασσας (UNCLOS) από την Τουρκία, την ελληνοαιγυπτιακή/ελληνοιταλική συμφωνία, όπου αναγνωρίστηκε μειωμένη επήρεια σε μεγάλα νησιά όπως η Κρήτη, το χαρακτηρισμό των περιοχών που πραγματοποίησε έρευνες το Oruc Reis ως αμφισβητούμενες από ΗΠΑ-Γερμανία και τη θέση της Αιγύπτου για μειωμένη επήρεια των νησιών, μία τέτοια εξέλιξη θα αποδυναμώσει τα περιθώρια ελιγμών της Ελληνικής κυβέρνησης, τόσο στα πλαίσια του εξελισσόμενου σε τρία επίπεδα ελληνοτουρκικού διαλόγου, όσο και στην περίπτωση προετοιμασίας-διεξαγωγής διάσκεψης για την Αν. Μεσόγειο όπως προβλέπεται σε κείμενα συμπερασμάτων συνόδων κορυφής της ΕΕ. Ως εκ τούτου η εναπομένουσα οριοθέτηση στην Αν. Μεσόγειο θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να πραγματοποιηθεί βάσει της μέσης γραμμής, γεγονός που θα λειτουργήσει υπέρ της διεύρυνσης της Τουρκικής ζώνης κυριαρχικών δικαιωμάτων και θα αναβαθμίσει τη θέση της Άγκυρας στα project συνεκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων.

Παράλληλα τυχόν εξομάλυνση των τουρκοαιγυπτιακών σχέσεων θα λειτουργήσει προς όφελος του υπάρχοντος status quo στη Λιβύη, όπου οι δύο χώρες αποτελούν τα βασικά στηρίγματα των δύο κύριων αντιπαρατιθέμενων παρατάξεων. Δηλαδή θα ισχυροποιήσει την υπάρχουσα κυβέρνηση εθνικής ενότητας, παγιώνοντας τον φιλοτουρκικό συσχετισμό που υπάρχει στο εσωτερικό της. Συνακόλουθα θα διασφαλίσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Άγκυρας και στις επερχόμενες διεργασίες σχετικά με το πολικό μέλλον μίας χώρας με μεγάλο ενεργειακό πλούτο, η οποία αποτελεί σημαντικό σταθμό στη μετακίνηση ανθρώπων προς την Ευρώπη και της οποίας η επικράτεια μπορεί να προσφέρει βάσεις για την περεταίρω Τουρκική διείσδυση στην Αφρική.

Πρόσθετα μία συμφωνία με το Κάιρο θα ευνοήσει και τη γενικότερη προσπάθεια της Τουρκικής κυβέρνησης να αναθερμάνει τις ανταγωνίστηκες τα τελευταία χρόνια σχέσεις της με τις Αραβικές χώρες, ιδιαίτερα με τον παραδοσιακό τους ηγέτη τη Σαουδική Αραβία. Σε αυτή την περίπτωση η πίεση που δέχεται η Τουρκία προκειμένου να ελαττώσει το αποτύπωμα της στα Αραβικά εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αναμένεται να μειωθεί, ενώ θα ενισχυθούν δυναμικές υπέρ της μεγαλύτερης συνεργασίας μεταξύ των Αραβικών και των άλλων Σουνιτικών χωρών.

Τέλος η καθαυτή προσέγγιση με την Αίγυπτο θα καταστήσει την Τουρκία συνομιλητή μίας χώρας με σημαντικό ενεργειακό δυναμικό, μεγάλη στρατιωτική ισχύ, σοβαρές προοπτικές καπιταλιστικής ανάπτυξης και έντονο γεωπολιτικό αποτύπωμα. Μάλιστα η Αίγυπτος αποτελεί την πιο πολυπληθή Αραβική χώρα με πάνω από 100.000.000 πληθυσμό, ηλικιακά νέο, η οποία επηρεάζει σημαντικά τη συμπεριφορά των άλλων Αραβικών χωρών. Παράλληλά θεωρείται παραδοσιακός εταίρος των ΗΠΑ, από τον οποίο όμως διαφοροποιείται σημαντικά εδώ και μία δεκαετία, αναβαθμίζοντας τις στρατιωτικές και ενεργειακές της σχέσεις με τη Ρωσία και τις οικονομικές της σχέσεις με την Κίνα. Συνακόλουθα αν η Τουρκία καταστεί παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει σε κάποιο βαθμό την πολιτική του Αιγυπτιακού καθεστώτος, θα αποκτήσει νέα εργαλεία στα παζάρια που διεξάγει με τις μεγάλες δυνάμεις.

Η “επίθεση φίλιας” της Τουρκικής κυβέρνησης προς το καθεστώς της Αιγύπτου έπεται οχτώ χρόνων έντονης τουρκοαιγυπτιακής αντιπαράθεσης, η οποία ξεκίνησε μετά την ανατροπή από τον Αιγυπτιακό στρατό του Προέδρου της Αιγύπτου Μόρσι, υποστηριζόμενου από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και την Τουρκία, και την αντικατάσταση του από το νυν Πρόεδρο Σίσσι. Έκτοτε η Άγκυρα ασκεί δριμεία κριτική στην Αιγυπτιακή κυβέρνηση και παρέχει πολύμορφη στήριξη στην Ισλαμική Αιγυπτιακή αντιπολίτευση. Ωστόσο η αντοχή που επιδεικνύει το καθεστώς της Αιγύπτου ωθεί την Τουρκική κυβέρνηση να επανεξετάσει τις επιλογές της και να κινηθεί στην κατεύθυνση αναζήτησης ενός συμβιβασμού μαζί του, ο οποίος, παρότι δεν αποτελεί την πλέον επιθυμητή γι’ αυτήν επιλογή εντούτοις, όπως καταδείχτηκε προηγούμενα, μπορεί να εξυπηρετήσει τους πυλώνες της στρατηγικής της.

Για την υλοποίηση της συγκεκριμένης επιλογής η Άγκυρα έλαβε υπόψιν τη σημαντικότερη ανησυχία του Αιγυπτιακού καθεστώτος. Την ανασφάλεια που αυτό αισθάνεται, εξαιτίας της δύναμης που εξακολουθεί να διατηρεί η Μουσουλμανική Αδελφότητα στο εσωτερικό της Αιγύπτου. Αυτή η ανασφάλεια μάλιστα τροφοδοτείται και από τη συμπεριφορά της νέας Αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία με πρόσχημα τις δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα ασκεί κρητική σε συμμάχους, εταίρους και ανταγωνιστές για να εκμαιεύσει άλλα οφέλη, πιέζοντας και την Αιγυπτιακή κυβέρνηση στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Ταυτόχρονα αυτή η επιλογή ευθυγραμμίζεται και με την επιδίωξη του ευρωατλαντικού παράγοντα να δρομολογηθούν ευρύτεροι συμβιβασμοί μεταξύ των συμμάχων και εταίρων του στην Αν. Μεσόγειο, οι οποίοι θα φράξουν το δρόμο για περεταίρω διείσδυση της Ρωσία και της Κίνας στην περιοχή. Σε αυτή την κατεύθυνση προωθεί και τη βαθύτερη ενσωμάτωση αυτής στην ευρωατλαντική αρχιτεκτονική, ζητούμενο που συμβαδίζει και με την υποστήριξη project συνεκμετάλλευσης του υδρογονανθρακικού δυναμικού της.

Σε αυτά τα πλαίσια η Τουρκική κυβέρνηση πήρε ορισμένα μέτρα για τον περιορισμό της επιθετικής ρητορικής της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, κυρίως τη δραστηριότητα τηλεοπτικών σταθμών με έδρα την Τουρκία. Παράλληλα ξένα δίκτυα μεταδίδουν ότι η Άγκυρα ήρε το βέτο της όσον αφορά τη συνεργασία ΝΑΤΟ-Αιγύπτου. Έτσι η Τουρκία στέλνει μήνυμα στο Αιγυπτιακό καθεστώς ότι είναι διατεθειμένη να την ελαφρύνει από πιέσεις στο εσωτερικό, ανοίγοντας της παράλληλα την πόρτα για την εύρεση νέων πηγών ισχύος/ασφάλειας στο εξωτερικό. Ταυτόχρονα όμως σιγοντάρει και την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να ρυμουλκήσει το Κάιρο μακριά από τη Μόσχα και το Πεκίνο.

Την ίδια στιγμή βέβαια η Άγκυρα παραμένει υποστηρικτής της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και στήριγμα της Αιγυπτιακής Ισλαμικής αντιπολίτευσης, γεγονός που εκφράστηκε και με την άρνηση της προς το Κάιρο να του εκδώσει μία σειρά από πρόσωπα που διαμένουν στην Τουρκία. Με λίγα λόγια η Τουρκική κυβέρνηση δεν παραιτείται της δυνατότητας της να χρησιμοποιεί το πολιτικό Ισλάμ ως μοχλό πίεσης και (στην κατάλληλη συγκυρία) ως ανατρεπτικό όπλο απέναντι στο Αιγυπτιακό καθεστώς.

Ωστόσο θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψιν ότι η συγκεκριμένη επιλογή επιτρέπει στην Τουρκία να επιχειρεί την προβολή της ως παράγοντας-γέφυρα, ο οποίος διαθέτει την κατάλληλη φόρμουλα για το συμβιβασμό των απόψεων Αιγύπτου και ΗΠΑ στο ζήτημα των δημοκρατικών ελευθεριών. Αυτή η φόρμουλα είναι φυσικά η Τουρκική εκδοχή περί δημοκρατίας, την οποία η Άγκυρα διαφημίζει ως πρότυπο στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με αυτή είναι προς όφελος των κρατών της Μέσης Ανατολής να προχωρήσουν σε ορισμένους εκσυγχρονισμούς του πολιτικού τους συστήματος στα πρότυπα της Δύσης, αλλά είναι και προς όφελος της Δύσης να συμφιλιωθεί με τα θρησκευτικά, φυλετικά, πατερναλιστικά, κτλ μοτίβα πολιτικής οργάνωσης που υπάρχουν στη Μέση Ανατολή.

Αντίστοιχα η διεκδίκηση από την Τουρκική κυβέρνηση ρόλου γεφυροποιού πιθανά να εμπεριέχεται και στη στάση της στο ζήτημα των σχέσεων ΝΑΤΟ-Αιγύπτου. Η Τουρκία ως χώρα μέλος του ΝΑΤΟ που αναπτύσσει σημαντικές συνεργασίες με Ρωσία και κίνα, είναι πιθανό να αποπειραθεί να προβληθεί ως ο κατάλληλος παράγοντας για την προσέλκυση γύρω από τη συμμαχία και άλλων χωρών με αντίστοιχα ανοίγματα.

Σε κάθε περίπτωση ο ρόλος του γεφυροποιού που όλο και περισσότερο επιθυμεί να διαδραματίσει η Άγκυρα το τελευταίο διάστημα (π.χ. Αφγανιστάν, Ουκρανία), βρίσκεται σε εναρμόνιση με τη στόχευση της να ηγηθεί ενός συνασπισμού κρατών, συμμαχικού προς τη Δύση μεν, με διακριτούς πολιτικούς στόχους δε.

Για την ώρα σπουδαιότερος καρπός της προσέγγισης της Τουρκικής κυβέρνησης προς το Αιγυπτιακό καθεστώς είναι οι διήμερες πολιτικές διαβουλεύσεις που είχαν οι δύο χώρες στο Κάιρο στις 5 και 6 Μαΐου σε επίπεδο υπ. Εξωτερικών στα πλαίσια των διερευνητικών επαφών. Σε κοινή τους δήλωση οι δύο πλευρές χαρακτήρισαν αυτές τις συνομιλίες “ειλικρινείς και σε βάθος”, ενώ ανέφεραν ότι περιέλαβαν “διμερή ζητήματα, καθώς και ορισμένα περιφερειακά θέματα, ιδίως την κατάσταση στη Λιβύη, τη Συρία, το Ιράκ και την ανάγκη επίτευξης ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου”. Συνακόλουθα φαίνεται να διαμορφώνεται το έδαφος για την αναβάθμιση των επαφών και για την πραγματοποίηση σύντομα μιας συνάντησης Σούκρι-Τσαβούσογλου.

Ωστόσο η θετική έκβαση των διεργασιών δεν είναι δεδομένη. Εάν η Άγκυρα συναντήσει σθεναρή αντίσταση από το Κάιρο, στα κρίσιμα γι’ αυτήν ζητήματα που παρουσιάστηκαν παρά πάνω, είναι πολύ πιθανό να στρέψει εκ νέου το μείγμα της πολιτικής της προς την εκβιασμό και τον εξαναγκασμό. Μάλιστα αν η Τουρκική κυβέρνηση κρίνει ότι κάτι τέτοιο ευνοείται από την εξέλιξη των αμερικανοαιγυπτιακών σχέσεων και ότι θα λειτουργήσει υπέρ της στα παζάρια που διεξάγει με τις μεγάλες δυνάμεις και ιδιαίτερα τους Δυτικούς της συμμάχους, τότε είναι πιθανό να δραστηριοποιηθεί εκ νέου για την υποταγή, αν όχι και την ανατροπή του Αιγυπτιακού καθεστώτος.