LaPolitica

Αναμφίβολα η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στις ΗΠΑ πραγματοποιήθηκε σε μία ιδιαίτερη συγκυρία, μέσα σε συνθήκες που θεωρείτο βέβαιο ότι θα δυσχέραιναν το έργο του στην Ουάσιγκτον.

Το ταξίδι του Κυριάκου Μητσοτάκη συνέπεσε με τις ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις που προκαλεί στο εσωτερικό της υπερδύναμης η παραπομπή του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και τις εκρηκτικές συνθήκες που προκαλούν στη Μέση Ανατολή, η δολοφονία του Ιρανού υποστράτηγου, Κασέμ Σουλεϊμανί, όπως επίσης και η κινητικότητα της Τουρκίας που επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα στο πεδίο της χάραξης θαλάσσιων ζωνών.

Τα παραπάνω δεδομένα, ωστόσο, δεν μειώνουν τις ευθύνες της ελληνικής πλευράς, της ελληνικής διπλωματίας για το γεγονός ότι η συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Αμερικανό Πρόεδρο εξελίχθηκε σε φιάσκο, επικοινωνιακό, αλλά και επί της ουσίας.

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε ως συμπληρωματικό ντεκόρ ενός σκηνικού ομιλίας του Ντόναλντ Τραμπ για ζητήματα που αφορούν στην αμερικανική πολιτική σκηνή ή ότι η αμερικανική πλευρά αρνήθηκε την κοινή συνέντευξη Τύπου μεταξύ των δύο ηγετών, ούτε βέβαια το γεγονός ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός μίλησε ελάχιστα καταγράφοντας αρνητικό ρεκόρ.

Είναι κυρίως το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το επιτελείο του εμφανίστηκαν εντελώς απροετοίμαστοι στέλοντας το χειρότερο μήνυμα σε φίλους και εχθρούς.

Η ελληνική πλευρά δεν κατάφερε να ξεφύγει από στερεότυπα που κυριαρχούν δεκαετίες τώρα στην ελληνική διπλωματία, που τα τελευταία χρόνια έχει εγκλωβιστεί στην αντίληψη που θέλει την Ελλάδα δορυφόρο της Τουρκία ή απλά ηγέτιδα δύναμη στα Βαλκάνια και όχι ισχυρό παράγοντα στις διεθνείς εξελίξεις που κακώς ή καλώς έχουν ως επίκεντρο την περιοχή που βρίσκεται η χώρα, την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου και τη Μέση Ανατολή.

Ελάχιστη σημασία έχει αν για το φιάσκο – αν και στο παρασκήνιο συζητήθηκαν σημαντικά ζητήματα – ευθύνεται ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας ή το διπλωματικό γραφείο του Έλληνα πρωθυπουργού, που δεν τον προετοίμασαν σωστά.

Η πραγματικότητα είναι ότι τα αρμόδια γραφεία του υπουργείου Εξωτερικών είχαν εστιάσει την προσοχή τους αποκλειστικά στο ζήτημα της προκλητικότητας της Τουρκίας δεδομένου ότι έχει προηγηθεί η συμφωνία ανάμεσα στην γειτονική χώρα και την Λιβύη για τον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών της, αλλά και το μπαράζ προκλητικών τοποθετήσεων και ενεργειών από την πλευρά της Άγκυρας.

Και, όμως, οι εξελίξεις πλέον είναι ραγδαίες και ο χρόνος πυκνός. Η Ελλάδα προχώρησε με την Κύπρο και το Ισραήλ στη Συμφωνία για τον αγωγό Eastmed, ενώ η εξέλιξη στις σχέσεις των ΗΠΑ με το Ιράν και οι επιπτώσεις της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Τεχεράνη, αλλά και η αλλοπρόσαλλή και απρόβλεπτη πολιτική που ακολουθεί ο Λευκός Οίκος σε μία σειρά από ζητήματα καθιστούν τα ελληνοτουρκικά ένα σημαντικό μεν, επί μέρους δε ζήτημα της μεγάλης εικόνας.

Ο πρωθυπουργός έπρεπε να θέσει ανοιχτά και δημόσια και να αναπτύξει τρία, κομβικά για την ενίσχυση του γεωστρατηγικού βάθους της χώρας. Ποια είναι αυτά; Η συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης, η συμφωνία για τον αγωγό ΕastMed και η συνεργασία 3+1 (Ελλάδας – Ισραήλ – Κύπρου με ΗΠΑ).

Δυστυχώς, ο Έλληνας πρωθυπουργός κάτι ψέλλισε για την τουρκική προκλητικότητα και από εκεί και πέρα, ουδέν.

Η ελληνική διπλωματία, λοιπόν, δεν ήταν προετοιμασμένη σωστά με αποτέλεσμα η παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού δίπλα στον Αμερικανό Πρόεδρο να προκαλεί θλίψη. Ο λόγος; Η Αθήνα δεν κατάφερε να προσαρμόσει τις δικές της επιδιώξεις και τη διατύπωση των θέσεων της στα νέα δεδομένα που προκάλεσαν οι διεθνείς εξελίξεις. Η ελληνική διπλωματία έχασε μία μεγάλη ευκαιρία να ενσωματώσει όλες τις θετικές για τα ελληνικά συμφέροντα τελευταίες εξελίξεις, στα ζητούμενα και τις προκλήσεις που δημιουργούν οι διεθνείς εξελίξεις στις οποίες ο αμερικανικός παράγοντας διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο.

Αντί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να αναδείξει τον ρόλο της χώρας ως πυλώνα σταθερότητας στην ανατολική Μεσόγειο και ως σταθερού συμμάχου των ΗΠΑ στην περιοχή, τον ρόλο δηλαδή ενός «περιφερειακού» παίκτη, τον οποίο μπορεί να υπολογίζει η Δύση, περιορίστηκε στην καταγγελία της τουρκικής προκλητικότητας. Η ελληνική πλευρά δεν συνυπολόγισε ούτε έλαβε υπόψιν τις συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις με αποτέλεσμα η σιωπή του Αμερικανού Προέδρου για τα ελληνοτουρκικά να γίνει δεκτή με πανηγυρισμούς από τον τουρκικό Τύπο.

Σε κάθε περίπτωση όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν στο εξής: Το πρόβλημα στα ρετιρέ της ελληνικής διπλωματίας είναι ιδιαίτερα σοβαρό και οι οιωνοί για το μέλλον είναι οι χειρότεροι. Η κάκιστη προετοιμασία ενός τόσο σημαντικού ταξιδιού αναδεικνύει το πολύ σοβαρό πρόβλημα αντίληψης, νοοτροπίας και στρατηγικής που υπάρχει στο υπουργείο Εξωτερικών. Η συνέχεια του κράτους, επιβάλλει ριζικές αλλαγές πρώτα στη σκέψη και μετά στην άσκηση στιβαρής διπλωματίας, αντάξιας του ρόλου που φιλοδοξεί να διαδραματίσει η χώρα.