Της Abigail S. Post (*)

Την περασμένη εβδομάδα, ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα υποστήριξε ότι αν κυβερνούσαν περισσότερες γυναίκες, θα γίνονταν λιγότεροι πόλεμοι, τα παιδιά θα είχαν καλύτερη φροντίδα και οι συνθήκες διαβίωσης θα ήταν γενικά καλύτερες. Ο Ομπάμα έχει ξανακάνει τέτοιες δηλώσεις στο παρελθόν. Έχει πει, για παράδειγμα, ότι είναι σημαντικό να αναλαμβάνουν οι γυναίκες θέσεις εξουσίας γιατί «οι άνδρες μοιάζει να έχουν κάποια προβλήματα αυτές τις ημέρες».

Η έρευνά μου δείχνει ότι ο Ομπάμα έχει και δίκιο και άδικο. Η αύξηση του αριθμού των γυναικών σε θέσεις εξουσίας έχει ως αποτέλεσμα περισσότερες φιλειρηνικές πρωτοβουλίες. Οι χώρες όμως με γυναίκες προέδρους ή πρωθυπουργούς συμμετέχουν σε περισσότερες βίαιες διαμάχες. Επειδή οι περισσότερες κοινωνίες (περιλαμβανομένης της αμερικανικής) θεωρούν συχνά τις γυναίκες ηγέτες «αδύναμες», εκείνες προσπαθούν να απαντήσουν με μια πιο επιθετική συμπεριφορά.

Μια γυναίκα ξέρει ότι ο ηγετικός της ρόλος απαιτεί ισχύ, αλλά το φύλο της παραπέμπει σε μια πιο ήπια τακτική. Οι γυναίκες σε ισχυρές θέσεις αντιμετωπίζουν έτσι μια διπλή κριτική: η ήπια προσέγγισή τους (όπως ο συμβιβασμός) θεωρείται ένδειξη αδυναμίας και η ισχυρή προσέγγισή τους (όπως η στρατιωτική ισχύς) ένδειξη επιθετικότητας.

Ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε πει κάποτε: «Δεν νομίζω ότι μια γυναίκα μπορεί να κατέχει οποιαδήποτε κυβερνητική θέση. Εννοώ, πραγματικά δεν το νομίζω. Και ο λόγος είναι ότι οι γυναίκες είναι απρόβλεπτες. Και συναισθηματικές. Είναι και οι άνδρες απρόβλεπτοι και συναισθηματικοί, αλλά στις γυναίκες είναι συχνότερο».

Εξαιτίας αυτών των στερεοτύπων, η κοινή γνώμη θεωρεί τις γυναίκες ακατάλληλες να χειριστούν θέματα εθνικής ασφαλείας. Σε μια έρευνα που έγινε το 2002, το 61% απάντησαν ότι οι άνδρες είναι καλύτερα προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν μια στρατιωτική κρίση απ’ ό,τι οι γυναίκες, ενώ το αντίθετο το πιστεύει μόνο το 3%.

Αυτή η προκατάληψη λειτουργεί περισσότερο στο υποσυνείδητο. Και οι περισσότεροι από εμάς δεν συνειδητοποιούμε ότι επηρεάζει την καθημερινή μας συμπεριφορά.

Η έρευνά μας δείχνει ότι οι γυναίκες έρχονται αντιμέτωπες ακόμη περισσότερο με αυτή την προκατάληψη όταν χειρίζονται την εξωτερική πολιτική και την εθνική ασφάλεια. Η ικανότητα των γυναικών να επιτυγχάνουν συμβιβασμούς θεωρείται αδυναμία στη διάρκεια μιας στρατιωτικής κρίσης. Οι γυναίκες πρέπει να κλιμακώνουν τη διαφωνία για να δείχνουν αποφασιστικότητα.

Εξετάσαμε όλες τις γυναίκες ηγέτες που έχουν εμπλακεί σε στρατιωτικές αντιπαραθέσεις με άλλες χώρες μεταξύ του 1980 και του 2010. Διαπιστώσαμε ότι οι γυναίκες έχουν 17% περισσότερες πιθανότητες από τους άνδρες να συναντήσουν αντίσταση από άλλες χώρες στις απειλές τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ για να κάμψουν αυτή την αρχική αντίσταση.

Με άλλα λόγια, οι γυναίκες δεν είναι εγγενώς πιο βίαιες, χρησιμοποιούν όμως στρατιωτική ισχύ για να αντικρούσουν τα στερεότυπα. Αυτό συνέβη στην προετοιμασία του εμφυλίου πολέμου του Μπανγκλαντές το 1971. Η Ιντιρα Γκάντι, η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Ινδίας, κατέστησε σαφές ότι η Ινδία θα ξεκινούσε πόλεμο αν το Πακιστάν δεν απελευθέρωνε το Μπανγκλαντές. Η απάντηση του προέδρου του Πακιστάν ήταν: «Αν αυτή η γυναίκα νομίζει ότι θα με κάνει να υποχωρήσω, είναι γελασμένη.» Το Πακιστάν απέρριψε τις απειλές της Ινδίας, αλλά η Ινδία νίκησε τον στρατό του Πακιστάν μέσα σε 13 ημέρες.

Σκεφτείτε πού θα οδηγούσε ένας τέτοιος κύκλος σε μελλοντικές αποφάσεις για την πόλεμο και την ειρήνη. Μια γυναίκα πρόεδρος των ΗΠΑ καταδικάζει τη Ρωσία για την επιθετικότητά της. Για να αποδείξει την αποφασιστικότητά της, απειλεί με στρατιωτική δράση. Ο Ρώσος πρόεδρος θεωρεί ότι πρόκειται για μπλόφα – επειδή είναι γυναίκα. Η Ρωσία εξακολουθεί τις εισβολές της και οι ΗΠΑ κηρύσσουν τον πόλεμο για να μη φανούν αδύναμες.

Η κοινωνία θεωρεί τις γυναίκες καλές στον συμβιβασμό, αλλά ελάχιστοι ψηφοφόροι θέλουν έναν ηγέτη να συμβιβαστεί σε θέματα που άπτονται της εθνικής ασφάλειας. Η αύξηση του αριθμού των γυναικών σε ηγετικές θέσεις πρέπει έτσι να συνοδευτεί από υποχώρηση των προκαταλήψεων.

* Η Άμπιγκεϊλ Σ. Ποστ είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια εθνικής ασφαλείας και πολιτικής επιστήμης στο Anderson University της Ιντιάνα

Πηγή: Washington Post