Toυ David Gardner

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο εριστικός πρόεδρος της Τουρκίας, μοιάζει να είναι ασταμάτητος, τουλάχιστον στο εξωτερικό. Η στρατιωτική παρέμβαση της Τουρκίας στη Λιβύη μόλις άλλαξε την πορεία του εμφυλίου πολέμου, οδηγώντας σε υποχώρηση τον Χαλίφα Χαφτάρ, τον πολέμαρχο που έχει τη στήριξη της Ρωσίας, της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Σαουδικής Αραβίας και της Γαλλίας.

Ο κ. Ερντογάν πρέπει να απολαμβάνει ιδιαίτερα το πισωγύρισμα που υπέστησαν στη Λιβύη οι τρεις αραβικές χώρες, με τις οποίες βρίσκεται σε σφοδρή διαμάχη από τις εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης το 2011 λόγω της στήριξης της Άγκυρας στους Αδελφούς Μουσουλμάνους, και από το 2017 λόγω της τουρκικής στήριξης στο Κατάρ μετά το εμπάργκο που επέβαλαν στο εμιράτο του Περσικού Κόλπου.

Η σχέση της Τουρκίας με τη Ρωσία, μια ευκαιριακή συμμαχία που σχηματίστηκε τα τελευταία χρόνια στη βάση της διαχείρισης των συμφερόντων της κάθε πλευράς στη Συρία, έχει πλέον κλυδωνιστεί. Τον Φεβρουάριο, οι δυνάμεις τους και οι αντιπρόσωποί τους συγκρούστηκαν στη βορειοδυτική Συρία αλλά υπαναχώρησαν.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν φαίνεται να έχει υποτιμήσει την αποφασιστικότητα του κ. Ερντογάν να συνεχίσει να ασκεί πίεση στους Κούρδους αυτονομιστές της Συρίας κατά μήκος των τουρκικών συνόρων και να αποτρέψει τη φυγή ενός δεύτερου κύματος Σύρων προσφύγων από το συριακό καθεστώς του Μπασάρ αλ-Άσσαντ, με τη στήριξη των ρωσικών αεροπορικών δυνάμεων. «Ήμασταν απολύτως πεπεισμένοι ότι ο Ερντογάν μπλόφαρε», δήλωσε Ρώσος υπουργός σε υψηλά ιστάμενο ευρωπαίο διπλωμάτη λίγο αργότερα.

Ο Τούρκος αυταρχικός ηγέτης, ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία σχεδόν 18 χρόνια, δεν μπλόφαρε, ούτε στη Συρία, ούτε στη Λιβύη. Αλλά αντανακλά η στάση αυτή την ισχύ της Τουρκίας; Η Μόσχα και η Άγκυρα αναζητούν πάντοτε αμοιβαία επωφελείς διπλωματικές λύσεις ή τουλάχιστον επιφάσεις για τη χρήση βίας. Tην τελευταία δεκαετία έχουν αναδυθεί ως περιφερειακές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή, παραμερίζοντας παραδοσιακές δυτικές δυνάμεις: τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αλλά οι οικονομίες τους είναι αδύναμες. Η Τουρκία, συγκεκριμένα, μπορεί να είναι ευάλωτη.

Πρώτον, ο κ. Ερντογάν χρειάζεται τη συγκατάθεση της Ρωσίας για να διατηρήσει η Τουρκία τους δύο θύλακες που κατέλαβε στη βορειοδυτική Συρία το 2016 και το 2018, καθώς και για τη ζώνη ασφαλείας που προσπαθεί να δημιουργήσει κατά μήκος της βορειοανατοολικής Συρίας μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ το 2019.

Επιπλέον, είναι η Μόσχα αυτή που μεσολαβεί για τη συμφιλίωση ανάμεσα στη Δαμασκό και τις κουρδικές πολιτοφυλακές που είχαν συνασπιστεί με τις ΗΠΑ, επιτρέποντας στο καθεστώς Άσσαντ να εισέλθει και πάλι σε μεγάλες περιοχές της βορειοδυτικής Συρίας που είναι τώρα υπό τον έλεγχό τους.

Δεύτερον, η παρέμβαση του κ. Ερντογάν στη Λιβύη έχει σαν στόχο να κατοχυρώσει τις αξιώσεις της Τουρκίας για υπεράκτια δικαιώματα στα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου μέσω μιας συμφωνίας θαλάσσιων συνόρων που υπέγραψε με την αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση της Λιβύης στην Τρίπολη. Αλλά αυτό τον φέρνει αντιμέτωπο με μια άλλη συμμαχία ανταγωνιστών (Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ) που θέλουν να στείλουν το αέριο αυτό στην Ευρώπη μέσω ενός αγωγού που θα φτάνει στην Ιταλία.

Τρίτον, ως απόρροια αυτού – και των γεωτρήσεων της Τουρκίας στην Κύπρο – η Ε.Ε. έχει τουλάχιστον προχωρήσει στην απειλή επιβολής κυρώσεων. Οι ελπίδες ένταξης της Τουρκίας έχουν εξανεμιστεί, αλλά το μπλοκ, με το οποίο έχει με τελωνειακή ένωση την οποία θέλουν να ενισχύσουν και οι δύο πλευρές, παραμένει με διαφορά η πιο σημαντική της αγορά.

Τέταρτον, ο κ. Ερντογάν δεν μπορεί να βασίζεται στη στήριξη από τις ΗΠΑ. Είναι αντιμέτωπος με κυρώσεις για την αγορά ρωσικών οπλικών συστημάτων ως μέλος του ΝΑΤΟ, καθώς και για την παραβίαση του εμπάργκο στο Ιράν. Μίλησε ωστόσο στον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ αυτή την εβδομάδα και ισχυρίστηκε ότι συμφώνησαν μια ατζέντα για τη Λιβύη. Αλήθεια ή όχι, μετά την τηλεφωνική τους συνομιλία τον περασμένο Οκτώβριο, οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τη Συρία και η Τουρκία εισέβαλε στα συριακά εδάφη.

Πέμπτον, ενώ η Τουρκία διαφοροποιεί τον ενεργειακό της εφοδιασμό συνεχίζει να λαμβάνει από τη Ρωσία περίπου τις μισές από τις συνολικές εισαγωγές φυσικού αερίου.

Έκτον, το νόμισμα της Τουρκίας διολισθαίνει και πάλι επικίνδυνα, δημιουργώντας τον κίνδυνο να επαναληφθεί η νομισματική κρίση του 2008, όταν οι ΗΠΑ απείλησαν να την στριμώξουν. Η φόρμουλα ανάπτυξης του Ερντογάν, η οποία στηρίζεται στις κατασκευές, τη φθηνή πίστωση και την κατανάλωση, είχε αρχίσει να καταρρέει πριν χτυπηθεί η οικονομία από την πανδημία της Covid-19.

Tέλος, πολλά από τα μηνύματα που στέλνει ο κ. Ερντογάν στο εσωτερικό δεν υποδηλώνουν δύναμη, παρά την άνετη επίδειξη σκληρής ισχύος στο εξωτερικό. Το νέο κύμα συλλήψεων βουλευτών της αντιπολίτευσης και δημάρχων δεν θα φέρει πίσω μεγάλες πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη και η Άγκυρα τις οποίες έχασε το κυβερνών κόμμα του πέρυσι. Το σχέδιο να μετατρέψει ένα απαρχαιωμένο σύστημα νυχτοφυλακής με γερασμένους επιστάτες σε ομάδα καθεστωτικών τιμωρών δεν θα τον κάνει αγαπητό στους απογοητευμένους ψηφοφόρους των πόλεων. Τώρα αφήνει να εννοηθεί ότι θα μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί. Ο σπουδαίος βυζαντινός ναός μετατράπηκε σε αυτοκρατορικό τζαμί από τους Οθωμανούς προτού ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο ιδρυτής της σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας, το κάνει ένα ουδέτερο μουσείο.

Η αντιστροφή της απόφασης του Ατατούρκ θα ικανοποιήσει την ισλαμική βάση της εθνικιστής-λαϊκιστικής κυβέρνησης του κ. Ερντογάν και θα αποστρέψει, σκοπίμως, την προσοχή από άλλα προβλήματα. Αλλά τελικά, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια νέο-οθωμανική χειρονομία – όπως και οι παρεμβάσεις του στη Συρία και τη Λιβύη.

Πηγή: FT.com