Επικίνδυνες γεωπολιτικές αναταράξεις, με επιπτώσεις στην Ελλάδα προκαλεί ο ψυχρός πόλεμος που κήρυξε κατά της Κίνας η νέα ιερή συμμαχία Αμερικανών, Βρετανών και Αυστραλών.

Οι τρεις αυτές ισχυρές χώρες έχουν αναλάβει εργολαβικά να σταματήσουν τη στρατιωτική και οικονομική διείσδυση της Κίνας.

Μέσα από ένα τεράστιο εξοπλιστικό πρόγραμμα που στο αρχικό στάδιο θα ξεπεράσει τα εξακόσια δισεκατομμύρια δολάρια, δημιουργούν ασπίδα προστασίας από τον κινέζικο γίγαντα.

Η νέα ιερή συμμαχία που αφήνει απέξω τη Γαλλία και τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ουσία διαλύει το ΝΑΤΟ.

Οι Γάλλοι μιλάνε για πισώπλατη μαχαιριά από την πλευρά των Αμερικανών, επισημαίνοντας τις συνέπειες που θα προκαλέσει στην Ευρώπη ο νέος ψυχρός πόλεμος.

Οι νέες προτεραιότητες της συμμαχίας Αμερικανών, Βρετανών και Αυστραλών αναβαθμίζουν επικίνδυνα τον ρόλο της Τουρκίας.

Οι Αμερικανοί έχουν καταστήσει την Τουρκία χωροφύλακα στη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, τον Καύκασο και το Αφγανιστάν.

Ο ψυχρός πόλεμος θα έχει οικονομικές συνέπειες στα ευρωπαϊκά κράτη που έχουν αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με την Κίνα.

Διπλωματικοί κύκλοι θεωρούν βέβαιο ότι η νέα συμμαχία θα ασκήσει πιέσεις σε ευρωπαϊκά κράτη και βέβαια στην Ελλάδα για να ανακάμψει την κινεζική διείσδυση.

Αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται να γίνουν άλλες κινέζικες επενδύσεις στο λιμάνι του Πειραιά και σε άλλους τομείς, όπως είναι η ενέργεια και η αγορά ακινήτων.

Η σημασία της Κίνας ως απειλής

Παρότι ο πρόεδρος Τζο Μπαίντεν είχε πρόσφατα μια μακρά τηλεφωνική συνομιλία με τον Σι Τζινπίνγκ, ένδειξη μιας προσπάθειας να διατηρηθούν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας, εντούτοις είναι σαφές ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική προσανατολίζεται ολοένα και περισσότερο σε μια στρατηγική αντιπαράθεση με την Κίνα. Άλλωστε αυτό έκανε και στην ομιλία του στις 31 Αυγούστου 2021 στην οποία υπερασπίστηκε την απόφαση να αποχωρήσουν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις από το Αφγανιστάν. Εκεί ο τόνος ήταν σαφής: Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε «σοβαρό ανταγωνισμό με την Κίνα».  Οι ΗΠΑ ήδη αντιλαμβάνονται τη σημασία της Κίνας ως οικονομικού ανταγωνιστή. Η Κίνα είναι η δεύτερη οικονομία στον πλανήτη με όρους ΑΕΠ (και η πρώτη με όρους ΑΕΠ σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης), καλύπτει το κενό από τις ΗΠΑ και προσπαθεί να βρεθεί και στην τεχνολογική πρωτοπορία. Ταυτόχρονα, σταδιακά η Κίνα εξελίσσεται και σε ένα γεωπολιτικό ανταγωνιστή. Παρότι η στρατηγική του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας εξακολουθεί να επικεντρώνει στην εσωτερική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, δεν διεκδικεί μεγάλες διεθνείς παρεμβάσεις ή διεθνή αστυνομικό ρόλο και δίνει έμφαση στην άρνηση των παρεμβάσεων στο εσωτερικό των χωρών, εντούτοις αφήνει ανοιχτό το ερώτημα του μεσοπρόθεσμού ιστορικού ορίζοντα για τη συνολική θέση της Κίνας. Επιπλέον, η Κίνα μια χώρα με μεγάλη ιστορική έμφαση στα ζητήματα κυριαρχίας και –παρά το μέγεθός της– ισχυρή εθνική ταυτότητα (που ο κρατικά ενορχηστρωμένος πατριωτισμός την τροφοδοτεί), επιμένει πάντα σε αυτό που ορίζει ως τα ζητήματα δικής της εθνικής και εδαφικής κυριαρχίας. Αυτό εξηγεί την ειδική φόρτιση που έχει πάντα για την Κίνα το θέμα της Ταϊβάν αλλά και την διαρκή ανάδειξη του θέματος της Νότιας Σινικής Θάλασσας, περιοχή στην οποία έχει άμεσες εδαφικές αξιώσεις. Ταυτόχρονα, όμως, η Νότια Σινική Θάλασσα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για το εμπόριο της Κίνας αλλά και των γειτονικών χωρών αλλά και συνολικά το παγκόσμιο εμπόριο εφόσον από αυτή σύμφωνα με τα στοιχεία του 2016 πέρασαν εμπορεύματα αξίας 3.37 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή το 21% του παγκοσμίου εμπορίου. Αυτό εξηγεί τις προβολές ισχύος που κάνει εκεί η Κίνα, συμπεριλαμβανομένης της διαμόρφωσης τεχνητών νησιών και της επέκτασης στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Στοιχείο της προβολής ισχύος και η πάγια θέση ότι στα όρια της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει και να ρυθμίζει τη στρατιωτική παρουσία άλλων χωρών. Την ίδια στιγμή η Κίνα βρίσκεται σε μια ιδιότυπη ανταγωνιστική σχέση με γειτονικές χώρες, όπως την Ινδία (με την οποία έχει και εδαφικές διαφορές), ή την Ιαπωνία, ενώ διεκδικεί αυξημένο ρόλο σε κοντινές περιοχές, όπως π.χ. το Αφγανιστάν όπου έχει επενδύσει στις καλές σχέσεις με τους Ταλιμπάν.

Η σημασία της Αυστραλίας

Οι ΗΠΑ τα προηγούμενα χρόνια επένδυσαν σε συμμαχίες στην ευρύτερη περιοχή σε μια προσπάθεια να διαμορφώσουν συσχετισμό στην περιοχή. Έχουν επενδύσει στην πάγια συνεργασία με την Ιαπωνία, προσπαθούν να εμπλέξουν την Ινδία σε μια πιο στρατηγική συνεργασία και επενδύουν σε καλές σχέσεις ακόμη και με χώρες όπως το Βιετνάμ.

Κομβική χώρα σε αυτούς τους σχεδιασμούς είναι η Αυστραλία. Παραδοσιακά σε ειδική σχέση με τις ΗΠΑ, ως προς τα ζητήματα συλλογής και ανταλλαγής πληροφοριών (εφόσον οι δύο χώρες μαζί με τη Βρετανία, τον Καναδά και τη Νέα Ζηλανδία αποτελούν τη συμμαχία Five Eyes)  από αρκετά χρόνια, τα τελευταία χρόνια είναι σε αντιπαραθετική τροχιά με την Κίνα (παρότι για ένα διάστημα ταλαντεύτηκε ως προς αυτό). Καθόλου τυχαία που από το 2017 έχει γίνει προσπάθεια να ενεργοποιηθεί ξανά και ο τετραμερής διάλογος ασφαλείας ΗΠΑ – Αυστραλίας – Ιαπωνίας – Ινδίας (“Quad”) μαζί με προσπάθεια να εμπλακούν και χώρες όπως η Νέα Ζηλανδία, η Νότια Κορέα και το Βιετνάμ. Όμως, με δεδομένα τα ζητήματα που υπάρχουν ως προς την επέκταση των ιαπωνικών αμυντικών ικανοτήτων (πέραν των κραδασμών που θα προκαλούσε σε μια ευρύτερη περιοχή ένας αυξημένος επανεξοπλισμός της Ιαπωνίας, εάν αναλογιστούμε πόσες χώρες εκεί έχουν οδυνηρή εμπειρία από τον Ιαπωνικό εθνικισμό και μιλιταρισμό), η Αυστραλία είναι ο βασικός δυνητικός στρατηγικός συνεργάτης των ΗΠΑ στην περιοχή.

Tα πυρηνικά υποβρύχια

Η συμφωνία που ανακοινώθηκε έχει τα χαρακτηριστικά της «ειδικής σχέσης»  ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Βρετανία αρχικά. Είναι μια λογική πιο στενής συνεργασίας, που υπερβαίνει τα όρια συνεργασιών όπως π.χ. του ΝΑΤΟ και αφορά ανταλλαγή στρατηγικών πληροφοριών και την αντίστοιχη συνεργασία. Η Μεγάλη Βρετανία επεδίωξε αυτή τη σχέση μετά τον Β΄ΠΠ, επιδιώκοντας έτσι να διατηρήσει καθεστώς μεγάλης δύναμης. Άλλωστε, αυτός ήταν ο λόγος που προχώρησε στην κατοχή πυρηνικών όπλων (σε αντιδιαστολή με τη Γαλλία που ανέπτυξε το πυρηνικό της πρόγραμμα με την επιδίωξη να έχει έναν πιο «ανεξάρτητο ρόλο»). Τώρα η Αυστραλία μπαίνει ακόμη πιο εμφατικά σε αυτόν τον αμυντικό σχεδιασμό, αναλαμβάνοντας προοπτικά ένα σημαντικό ρόλο στη ναυτική επιτήρηση σε αυτή την κρίσιμη περιοχή. Ούτως ή άλλως η Αυστραλία, χώρα με αποκλειστικά θαλάσσια σύνορα, ήθελε να ενισχύσει τον στόλο υποβρυχίων της (εξ ου και η προηγούμενη συμφωνία με τη Γαλλία για την κατασκευή συμβατικών υποβρυχίων). Η επιλογή να της παραχωρηθεί από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία τεχνολογία πυρηνικών υποβρυχίων (που όμως δεν θα φέρουν επισήμως πυρηνικά όπλα αφού αυτό θα ισοδυναμούσε με ευθεία παραβίαση της συνθήκης μη διασποράς των πυρηνικών), που μπορούν να έχουν πολύ πιο μεγάλης διάρκειας αποστολές, κατατείνει σε αναβαθμισμένο ρόλο επιτήρησης και παρουσίας σε αυτή την κρίσιμη περιοχή με το βλέμμα προφανώς στραμμένο στην Κίνα. Άλλωστε, η Κίνα έχει και αυτή επενδύσει ιδιαίτερα στην ανάπτυξη των ενόπλων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένου του ναυτικού.

O Ψυχρός Πόλεμος επιστρέφει

Όλα αυτά βεβαίως κατατείνουν όντως σε μια λογική «Ψυχρού Πολέμου», κάτι που έσπευσε να τονίσει και η Κίνα. Ας μην ξεχνάμε ότι η περίοδος εκείνη ήταν η κατεξοχήν εποχή όπου κυριάρχησε ο γεωπολιτικός «ρεαλισμός» και η λογική της ισορροπίας δυνάμεων. Με ανοιχτό το ερώτημα εάν η κλιμάκωση της στρατιωτικής παρουσίας προοπτικά στα «σημεία επαφής» ανάμεσα στα μπλοκ σε σημεία που καθίστανται γεωστρατηγική «επίδικα» αποτελεί παράγοντα μιας ένοπλης σταθερότητας ή αντίθετα ένας διαρκώς αυξημένος κίνδυνος η «ψυχρή» ισορροπία δυνάμεων να μετατραπεί σε «θερμή» σύγκρουση, με απρόβλεπτες συνέπειες για τον πλανήτη.

ΠΟΛΛΑΠΛΟ ΣΟΚ ΥΠΕΣΤΗ Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ

Κόπηκαν τα χαμόγελα Μακρόν-ΕΕ

Πολλαπλό είναι το σοκ που υπέστη η ευρωπαϊκή διπλωματία και οι οικονομικοί σχεδιασμοί για την αμυντική της βιομηχανία, μετά την ανακοίνωση της AUKUS, της νέας στρατηγικής συμμαχίας ΗΠΑ, Βρετανίας και Αυστραλίας. Η απώλεια μίας θεωρούμενης ως κλεισμένης συμφωνίας ύψους 40 δισ. δολαρίων για την κατασκευή νέων υποβρυχίων για την Αυστραλία από την γαλλική Naval Group, είναι η κορυφή του παγόβουνου. Ο Μακρόν φιλοξενούσε στις αρχές του καλοκαιριού τον Αυστραλό πρωθυπουργό Μόρισον και προ εβδομάδων οι Αυστραλοί υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας διαβεβαίωναν για την ολοκλήρωση της συμφωνίας και ένα λαμπρό μέλλον στην συνεργασία αυτή.  Είναι ωστόσο και διπλωματικό χαστούκι σε όλη την ΕΕ, που βλέπει την Βρετανία μετά την έξοδό της από την Ένωση να συμμετέχει σε αυτό το πλήγμα κατά της γαλλικής οικονομίας, με την αγαστή συνεργασία και εμπλοκή των ΗΠΑ. Ο χρονισμός της ανακοίνωσης είναι επίσης εξαιρετικά προκλητικός για τις Βρυξέλλες. «Αυτή η βάρβαρη, μονομερής και απρόσμενη απόφαση μου θυμίζει πολύ αυτά που συνήθιζε να κάνει ο Τραμπ», είπε ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ζαν Υβ Λε Ντριάν, «είμαι οργισμένος και πικραμμένος. Αυτά δεν γίνονται μεταξύ συμμάχων … Είναι μαχαιριά στην πλάτη. Χτίσαμε μία σχέση εμπιστοσύνης με την Αυστραλία και αυτή η εμπιστοσύνη διερράγη». Αξίζει να σημειωθεί ότι το τελευταίο διάστημα διπλωματικές πηγές ανέφεραν ότι μεταξύ των Ευρωπαίων συμμάχων των ΗΠΑ ότι ο Μπάιντεν δεν είναι ειλικρινής στη στάση προς τους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ. Στη Γαλλία, που αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΕ το επόμενο εξάμηνο, το γεγονός αντιμετωπίζεται με αναφορές που έχουν σαφώς εθνικιστικές αναφορές. «Είναι για πολλούς στο Παρίσι μία στιγμή που θυμίζει το Τραφάλγκαρ», σχολίασε χαρακτηριστικά αναλυτής, αναφερόμενος στην συντριβή των Γάλλων στη ναυμαχία του 1805 που επέτρεψε την κυριαρχία της Βρετανίας στις θάλασσες για τα επόμενα 150 χρόνια.