Του Μανώλη Κοττάκη

Ο γράφων έχει συνομιλήσει ουκ ολίγες φορές με τους τουλάχιστον δύο εισηγητές της πρότασης, οι οποίοι, μελετώντας προσεκτικά τις μετρήσεις, υποστήριζαν το σχήμα 1+4 στην εξουσία με προοπτική να λήξει η τετραετία το 2024. Η βάση της επιχειρηματολογίας των οπαδών των πρόωρων εκλογών, τις οποίες εισηγούνταν το νωρίτερο τον Ιούνιο του 2020, το αργότερο τον Σεπτέμβριο, ήταν η ευρεία αποδοχή που κατέγραφε η κυβέρνηση Μητσοτάκη στις μετρήσεις έναντι του ημιθανούς ΣΥΡΙΖΑ (διευρύνοντας εντυπωσιακά το εκλογικό προβάδισμά της) και βεβαίως η ανεπανάληπτη ευκαιρία αχρήστευσης της απλής αναλογικής. Ο Μητσοτάκης δεν απέρριπτε το ενδεχόμενο, το μετρούσε, αλλά, από την άλλη, έθετε υπεράνω όλων την αξιοπιστία του έναντι των εταίρων και ειδικώς των Γερμανών. Ποιος είπε ότι είναι εύκολη εξίσωση η πολιτική;

«Δεν θα ξαναβρούμε στο μέλλον τέτοια ευκαιρία!» ελέχθη μία ημέρα στο τραπέζι των συσκέψεων του Μεγάρου Μαξίμου, ενώ ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θορυβηθείς, λέγεται ότι είχε προσφύγει για βοήθεια στην Καγκελαρία του Βερολίνου προκειμένου να αποτρέψει το μοιραίο. Τόσο πολύ φοβόταν τις εκλογές. Ο πρωθυπουργός μέτρησε τότε όλες τις παραμέτρους -στις αναλύσεις μας της εποχής εκείνης θα βρείτε τον πυρήνα του προβληματισμού του- και εν τέλει ανέβαλε τον αιφνιδιασμό. Από προχθές που δόθηκε στη δημοσιότητα η καθιερωμένη μέτρηση «Τάσεις» της MRB η συζήτηση για τις εκλογές άνοιξε υποχρεωτικά και πάλι στο Μαξίμου. Προς τα έξω διοχετεύεται ότι υπάρχει προβληματισμός για τον ανασχηματισμό, αλλά στην ουσία το ερώτημα που επανατίθεται πίσω από τις κλειστές πόρτες είναι «πάμε σε εκλογές τον Μάιο. Ναι ή όχι;».

Ποιοι λόγοι, κατά την άποψή μας, αναγκάζουν τον πρωθυπουργό να μπει εκ νέου σε μια συζήτηση την οποία θα ήθελε όπως ο διάβολος το λιβάνι να αποφύγει; Πολλοί. Καταρχάς η δημοσκόπηση.

Σε όλους τους ποιοτικούς δείκτες η Ν.Δ. εμφανίζει πτώση 10 μονάδων σε σύγκριση με τον Ιούνιο. Το ότι δεν μετέδωσαν την πληροφορία οι τηλεοράσεις και οι συστημικές ιστοσελίδες δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Αντιθέτως. Μου την ανέλυσε στις λεπτομέρειές της σε ραδιοφωνική συνέντευξη ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας Δημήτρης Μαύρος, στον οποίο είχε επιτεθεί προεκλογικώς ο ΣΥΡΙΖΑ, θυμίζω. Δεύτερον, διότι, ενώ η Ν.Δ .προηγείται με άνεση 15 μονάδων της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε εθνικό επίπεδο, αποκτά με τα νέα δεδομένα δύο πληγές: Η Αριστερά δείχνει να επανακτά τη συμπάθεια των πολιτών στα ερωτήματα «ποιος ασκεί καλύτερη κοινωνική πολιτική» και «ποιος πολεμά καλύτερα τη διαπλοκή» (η εκστρατεία του γνωστού συγκροτήματος κατά Τσίπρα για τη βίλα του Σουνίου παρά τον σπασμωδικό τρόπο που αντέδρασε ο αρχηγός του ΣΤΡΙΖΑ δεν φαίνεται να επηρέασε τα ραντάρ των δημοσκοπήσεων – ουδέν κέρδος απέφερε).

Είναι μόνο δύο από τους δεκαπέντε τομείς πολιτικής που ερεύνησε η ΜRB, αλλά οι πλέον στρατηγικοί. Και όσο περνά ο καιρός και οι πολίτες αντιλαμβάνονται δικαίως ή αδίκως μερικές εξελίξεις στον δημόσιο βίο (δικαστικές αθωώσεις σε μείζονες υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος, κοινοβουλευτικές ασυλίες, δημοσιογραφικές λογοκρισίες, αθλητικές αλαζονείες) ως ταύτιση της κυβερνώσας παράταξης με ένα μιντιακό συγκρότημα τόσο η πολιτική ζημιά θα μεγαλώνει.

Όλοι έχουμε τις συμπάθειές μας, αλλά σύμβολο της Ν.Δ. είναι ο (έστω μεταλλαγμένος από τους γραφίστες) πυρσός, όχι ο (δοξασμένος) δαφνοστεφανωμένος έφηβος. Το αυτό ισχύει για την κοινωνική πολιτική. Ποιος θα χρεωθεί αύριο το τσουνάμι των απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, μόλις αρχίσει να χαλαρώνει το lockdown από την άνοιξη και μετά, και οδηγηθούμε στο λεγόμενον reset της οικονομίας; Οι επιχειρηματίες ή η κυβέρνηση; Πλέον αυτών υπάρχει και κάτι που δεν μπορούν να το δουν οι μετρήσεις. Αλλά επηρεάζει τον συσχετισμό. Η αβυσσαλέα μάχη της διαπλοκής για τα 32 δισ. ευρώ του Ταμείου Στήριξης.

Ήδη οικονομικά σάιτ νταβατζήδων ανοίγουν το ένα πίσω από το άλλο με αποστολή να αναλάβουν δράση ασκώντας πίεση στην κυβέρνηση για «δουλειές». Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ως έμπειρος πλέον παίκτης, τα βλέπει όλα αυτά. Οπως βλέπει και ότι η κυβέρνηση είναι εκτεθειμένη στην πίεση των πολιτών για την πολιτική της στα Ελληνοτουρκικά και στο Προσφυγικό, και εκεί τα νούμερα αλλάζουν παρότι «κρατά» καλά.

Ξέρει, τέλος, ότι έως το τέλος της άνοιξης ο αντισυριζαϊσμός θα εξακολουθεί να είναι το κυρίαρχο ρεύμα στην ελληνική κοινωνία. (41,4% η αντιπάθεια στον ΣΥΡΙΖΑ στη μέτρηση, 37,7% προς τη Ν.Δ., κανείς δεν νοσταλγεί τον Τσίπρα σήμερα). Βαδίζοντας στα αχαρτογράφητα νερά της πανδημίας που φθείρει τις κυβερνήσεις περισσότερο από τα μνημόνια (ιδέτε Σουηδία) αλλά και των εθνικών θεμάτων, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος το φθινόπωρο να έχουμε διπλό ρεύμα «αντί». Και προς τους δύο. Κατ’ ουσίαν αντιπολιτικό, όχι αντιαριστερό μόνο. Τούτων δοθέντων και λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι

α) η Ν.Δ. θα διατηρήσει εκτός απροόπτου το διψήφιο προβάδισμά της έναντι του ΣΥΡΙΖΑ έως την άνοιξη,

β) οι επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία δεν θα έχουν γίνει αισθητές,

γ) το πακέτο των 32 δισ. ευρώ θα τελεί υπό διανομή την οποία θα κάνει ο μετεκλογικώς ισχυρότερος,

δ) οι δείκτες απόδοσης της κυβέρνησης στην κοινωνική πολιτική θα διορθωθούν -ελπίζουμε- διά του ανασχηματισμού

ε) ο πρωθυπουργός θα εξακολουθεί να είναι σε καιρό κρίσης το ισχυρότερο πολιτικό χαρτί της κεντροδεξιάς παράταξης, συμπεραίνουμε: Η πιθανότης προσφυγής σε πρόωρες εθνικές εκλογές είναι αυξημένη. Προσοχή: Με τα σημερινά δεδομένα, είτε γίνουν εκλογές άνοιξη είτε φθινόπωρο, πρώτο κόμμα θα είναι η Ν.Δ. Με μια διαφορά όμως: Με υψηλό ποσοστό και μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο παρακάμπτεις ανέτως τον σκόπελο των διερευνητικών και πας αμέσως σε επαναληπτικές-περίπατο με ενισχυμένη αναλογική. Με μικρότερο ποσοστό και μικρότερη από τις 8 μονάδες του 2019 διαφορά, όμως, μπορεί να σου στηθεί παγίδα για συμμαχική κυβέρνηση μαζί με την αντιπολίτευση και μάλιστα παγίδα εξωτερικής προελεύσεως. Ώστε να «αντέξει» στη Βουλή ο τυχόν συμβιβασμός στα Ελληνοτουρκικά. Με την ορατότητα που έχουμε λοιπόν σήμερα, Δεκέμβριο, οι εκλογές το πρώτο εξάμηνο του 2021, τότε που θα κορυφώνονται οι επετειακές εκδηλώσεις της Γιάννας Αγγελοπούλου, είναι εξαιρετικά πιθανές. Στοιχειώδες, Γουότσον.