Του Νίκου Κοτζιά

Στον δημόσιο διάλογο που γίνεται για την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει η Αριστερά διατυπώνονται δύο «προτάσεις»:

Η πρώτη προσβλέπει στη μετακίνηση της Αριστεράς «προς το κέντρο», εκεί θεωρεί ότι υπάρχουν τα όποια εν δυνάμει πολιτικά κέρδη. Προτρέπει δε την Αριστερά να εγκαταλείψει την αμφισβήτηση του συστήματος εξουσίας και των στηριγμάτων του, να γίνει «καλό παιδί». Να περιορίσει τον εαυτό της σε τακτικές επιλογές προς το κέντρο χωρίς στρατηγικό βάθος, αλλά και με συναινέσεις προς την κυβέρνηση ιδιαίτερα στην υγειονομική και εξωτερική πολιτική.

Αυτή η πρόταση στηρίζεται σε κυρίαρχες, μη αριστερές αντιλήψεις μεγάλης περιόδου της μεταχουντικής πολιτικής σκηνής. Σήμερα θιασώτες τους είναι φορείς της αντίληψης ότι η Αριστερά πρέπει να ενσωματωθεί «χαμηλόφωνα» στο σύστημα. Να συμβαδίσει με το «εκσυγχρονιστικό κέντρο» και να αποκοπεί από την πατριωτική Αριστερά.

Οφείλω να σημειώσω ότι το σχήμα για σύγκλιση στο κέντρο έχει κάποια πρακτική σημασία όταν οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες δεν βρίσκονται σε πόλωση. Οταν τα δύο κύρια κόμματα του συστήματος δεν ανήκουν στην Αριστερά. Οταν όμως ο λόγος γίνεται για την Αριστερά σε μια χώρα που βρίσκεται σε πολύπλευρη κρίση, με ένταση κοινωνικών ανισοτήτων και το πολιτικό σύστημα σε πόλωση, δεν υπάρχουν γι’ αυτήν ψηφοφόροι σε κάποιο ανύπαρκτο κέντρο. Η επιδίωξή της οφείλει να είναι η κινητοποίηση αδρανών λαϊκών δυνάμεων, πολιτών με κριτική άποψη για την Αριστερά και αποστασιοποιημένων από αυτήν, όπως είναι οι 700.000 που ψήφισαν κυβερνητική Αριστερά το 2015, όχι όμως το 2019.

Αυτή η επιδίωξη μπορεί να επιτύχει εάν υπάρξει από την Αριστερά συνέπεια, πρόγραμμα, όραμα, σχέδιο και σαφείς στόχοι ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη και στους ανθρώπους της. Οι κριτικοί ψηφοφόροι θα κινητοποιηθούν από τη συνεπή αντιμετώπιση της μονόπλευρης πολιτικής εξυπηρέτησης των συμφερόντων της ολιγαρχίας και των στηριγμάτων της. Εκείνης της πολιτικής που οδηγεί τη χώρα σε διεθνή υποβάθμιση και συρρίκνωση όλων των μεγεθών της, από το ΑΕΠ και το δημογραφικό μέχρι τα εργατικά δικαιώματα και τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού.

Για να αντιμετωπιστούν όλα αυτά, όπως προτείνει και εξηγεί το ΠΡΑΤΤΩ στους έξι άξονες προγραμματικής σύγκλισης και δράσης που δημοσίευσε πριν από πέντε μέρες, χρειάζονται ριζοσπαστικές λύσεις και σοβαρότητα. Λύσεις που αντιστρατεύονται ευθέως τις πολιτικές της ΝΔ και τα ολιγαρχικά συμφέροντα. Λύσεις που δεν βρίσκονται σε κάποια σύγκλιση «προς το κέντρο», αλλά σε μια πολιτική που καταφέρνει να κινητοποιήσει τη δημοκρατική – πατριωτική συνείδηση και ελπίδα των ψηφοφόρων. Η Αριστερά χρειάζεται έμπνευση, σοβαρότητα, ελπίδα και σχέσεις εμπιστοσύνης, καθώς και σαφήνεια ως προς το ποιος είναι ο εχθρός, για να κινητοποιήσει την κοινωνική πλειοψηφία και να την κερδίσει εκ νέου.

Η κατανόηση αυτής της θέσης γίνεται πιο εύκολη αν αναλύσει κανείς ένα «καθαρό» δικομματικό σύστημα όπως αυτό των ΗΠΑ και στο οποίο πρόσφατα πραγματοποιήθηκαν εκλογές. Πιο συγκεκριμένα:

Το 2000 ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων Μπους έλαβε το 47,9% των ψήφων, δηλαδή 50,5 εκατομμύρια. Παρόλο που πήρε 0,5% και 544.000 ψήφους λιγότερους από τον υποψήφιο των Δημοκρατικών (51 εκατομμύρια, ήτοι 48,4%), κέρδισε την προεδρία χάρη στο εκλεκτορικό σύστημα. Το 2004 οι Δημοκρατικοί έκαναν μια πετυχημένη εκστρατεία κινητοποίησης των ψηφοφόρων τους, ιδιαίτερα στα αριστερά τους. Ο υποψήφιός τους έλαβε 8 εκατομμύρια επιπλέον ψήφους (59,028 εκατομμύρια) απ’ ό,τι το 2000. Πάλι όμως έχασαν την προεδρία. Τι είχε συμβεί; Ο Μπους κατόρθωσε να κινητοποιήσει τους ευαγγελιστές και τμήματα της άκρας Δεξιάς και έλαβε 11,59 εκατομμύρια επιπλέον εκείνων του 2000!

Οι αριθμοί δείχνουν ότι οι εκλογές του 2004 στις ΗΠΑ, σε κλίμα πόλωσης, δεν κερδήθηκαν με κάποια «σύγκλιση και ανακατανομή» στο κέντρο, αλλά από την κατανομή στην κινητοποίηση 20 εκατομμυρίων κριτικών ψηφοφόρων! Η ταυτόχρονη αύξηση και των δύο κομμάτων δείχνει ότι τα κέρδη προήλθαν από την επανάκαμψη και την κινητοποίηση αποστασιοποιηθέντων και κριτικών ψηφοφόρων. Πρόκειται για κέρδη που προήλθαν μέσα σε ένα κλίμα πόλωσης που ονοματίστηκε από τη βιβλιογραφία της εποχής ως «Ο δεύτερος αμερικανικός εμφύλιος».

Ανάλογα καταγράφονται και στις πιο πρόσφατες εκλογές στις ΗΠΑ. Το 2016 ο Τραμπ πήρε 63 εκατομμύρια ψήφους. Η υποψήφια των Δημοκρατικών Κλίντον ηττήθηκε αν και πήρε τρία εκατομμύρια παραπάνω ψήφους από τον Τραμπ. Το 2020 οι υποψήφιοι και των δύο κομμάτων έκαναν ρεκόρ ψήφων. Ο Τραμπ πήρε 74 εκατομμύρια! Πρωτοφανές ρεκόρ για εν ενεργεία πρόεδρο. Εξασφάλισε 11 εκατομμύρια επιπλέον ψήφους από το 2016! Αριθμός που τον τρέλανε σε συνδυασμό με το ότι ηττήθηκε. Ο Μπάιντεν πήρε 79,5 εκατομμύρια ψήφους! Ιστορικό ρεκόρ. 13,8 εκατομμύρια επιπλέον ψήφους από όσους είχε πάρει η Κλίντον. Είναι φανερό ότι το 2020, όπως και το 2004, δεν παρατηρήθηκε σύγκλιση ψήφων και νέα κατανομή των ήδη υπαρχόντων «στο κέντρο». Αντίθετα, αυτό που συνέβη είναι ότι σχεδόν 25 (!) εκατομμύρια κριτικοί και αποστασιοποιημένοι ψηφοφόροι κινητοποιήθηκαν και προστέθηκαν στη βαθιά πολωμένη κάλπη.

Συμπέρασμα, που το επιβεβαιώνουν και πολλές άλλες παρόμοιες αναλύσεις: σε συνθήκες κοινωνικής πόλωσης οι κυρίαρχοι τείνουν στον αυταρχισμό και τον σκοταδισμό. Δημιουργείται τέτοια πόλωση που μια αριστερή αντιπολίτευση οφείλει να αποδείξει ότι είναι μια πραγματική και ρεαλιστική, σοβαρή εναλλακτική πρόταση και όχι μια δύναμη «ευχάριστη στο σύστημα» που να εξυμνούνται τα στελέχη της από τα μέσα της ολιγαρχίας. Να διασφαλίζει η Αριστερά ότι μπορεί να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της πλειοψηφίας του λαού. Να δημιουργήσει και πάλι σχέσεις εμπιστοσύνης με τους κριτικούς ψηφοφόρους. Εκλογείς που δεν βρίσκονται στο «κέντρο», αλλά σε μια πολιτική ευθύνης, υπευθυνότητας, σοβαρότητας και σταθερότητας γύρω από τα λαϊκά και πατριωτικά συμφέροντα. Η επαναπροσέλκυσή τους γίνεται με πολιτικές που συνυπολογίζουν την εν δυνάμει κριτική, την αποχή και την αποστασιοποίηση. Σίγουρα όχι με την υπόκλιση στις λογικές του κυρίαρχου συστήματος. Στοιχείο μιας τέτοιας σοβαρής και υπεύθυνης πολιτικής είναι η συμβολή στη συγκρότηση μιας μεγάλης, πατριωτικής και δημοκρατικής προοδευτικής συμπαράταξης.