«Έχω διάβασει τη δικογραφία και ως αντεισαγγελέας εφετών έχω σχετική πείρα από δικαστήρια, ξεκίνησε την κατάθεσή της η μάρτυρας στη δίκη του Μπάμπη Αναγνωστόπουλου και συνέχισε:

«Ήρθα να μιλήσω μόνο για τη Ρόξυ, το κουτάβι της Καρολάιν. Δεν είμαι αυτόπτης μάρτυρας. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου υποδηλώνει ψυχρό εκτελεστή, που χρησιμοποίησε ζώο, για να στήσει τη σκηνοθεσία του περί ληστείας. Προσπάθησε να σκοτώσει ό,τι υπήρχε από την Καρολάιν.

Εχω πέντε ζώα και είναι η προέκταση του εαυτού μου. Το κουτάβι είχε επιθανάτιο αγωνία, γιατί αισθανόταν ότι, ερχόταν το τέλος του. Σκότωσαν τη «μητέρα» του και καταλάβαινε ότι έρχεται το τέλος του. Είχε έναν οδυνηρό τρόμο. Τα σκυλιά γνωρίζουν εάν κάποιος έχει πεθάνει. Το καταλαβαίνουν από τη μυρωδιά. Είχε καταλάβει ότι, σκότωσαν τη μητερα του. Αιφνιδιάστηκε το κουτάβι, γιατι δολοφονήθηκε από φιλικό του, οικείο πρόσωπο. Το σκότωσε ο “πατέρας” και γι΄αυτό δεν αντέδρασε. Μόνο ούρλαζε, έκλαιγε και το άκουγαν οι γείτονες. Ο πνιγμός είναι ο χειρότερος θάνατος».

«Δολοφόνησε την Καρολάιν χωρίς συναίσθημα»

Νωρίτερα κατέθεσε η ψυχίατρος, ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια κ. Άλκηση Ηγουμενάκη.

«Χωρίς συναίσθημα! Κτητικό και με την Καρολάιν και με το παιδί του», χαρακτήρισε τον Μπάμπη Αναγνωστόπουλο η κ. Ηγουμενάκη, η οποία κατάθεσε πρώτη μάρτυρας, σήμερα, στη δίκη για τη δολοφονία της Καρολάιν, που συνεχίζεται από το πρωί στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας.

Η γιατρός, η οποία διευκρίνισε ότι, δεν έχει εξετάσει τον κατηγορούμενο, αλλά προτάθηκε ως μάρτυρας από την πλευρά της οικογένειας της Καρολάιν, επικουρικά, για το ενδεχόμενο που το δικαστήριο αποφασίσει να εξαιρέσει την κατάθεση της μάρτυρα – συμβούλου Ψυχικής Υγείας Ελένης Μυλωνοπούλου, κάνοντας δεκτό σχετικό αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης του κατηγορούμενου, που αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της στην προηγούμενη δικάσιμο.

Η κυρία Ηγουμενάκη υποστήριξε ότι, ο 33χρονος κατηγορούμενος δεν βρισκόταν σε βρασμό την ώρα της δολοφονίας της Καρολάιν, αλλά λειτούργησε συνειδητά και χωρίς συναίσθημα.Και δικαιολόγησε την άποψη της, λέγοντας:

«Οταν κάποιος αρχίσει να σκέπτεται πως θα το κάνω, μπορεί να θεωρηθεί εκ προμελέτης πράξη».

Πρόεδρος: H προσωπικότητα του κατηγορούμενου, μπορεί να δώσει το ερέθισμα, για ό,τι έκανε; Μπορεί να πυροδοτήσει συναίσθημα θυμού;

Mάρτυρας: Ο χρόνος, που μεσολάβησε από τον καυγά Καρολάιν και Μπάμπη, μέχρι τη δολοφονία, ήταν ανασταλτικός παράγοντας, για οποιαδήποτε έκρηξη. Ήταν πεντέμισι λεπτά πάνω από το σώμα της, πριν η Καρολάιν ξεψυχήσει. Ο καυγάς μπορούσε να δημιουργήσει συνάισθημα θυμού στον κατηγορούμενο, αλλά όχι να τον κάνει να φτάσει στο έγκλημα.

Σε ερωτήσεις του συνηγόρου Πολιτικής Αγωγής, πως είναι δυνατόν κάποιος, που βρισκόταν σε βρασμό, να μπορεί επι 37 ημέρες να προσποιείται, η γιατρός απάντησε ότι, «κάποιος που βρίσκεται σε κατάσταση “αψιθυμίας”, δηλαδή βρασμού, μετά την πράξη του, βγαίνει, φωνάζει, λέει τι έκανα… Εδώ δεν υπήρχε συναίσθημα».

Κατηγορηματική ήταν η μάρτυρας ότι, ο κατηγορούμενος δεν λειτούργησε εν βρασμώ και με το κουτάβι της Καρολάιν, που το κρέμασε από τη σκάλα.

Σε ερωτήσεις συνηγόρων, που εκπροσωπούν Φιλοζωικό Σωματείο στο Μαραθώνα, από το οποίο η Καρολάιν πήρε το σκυλάκι της, η κυρία Ηγουμενάκη υποστήριξε ότι, «το κουτάβι ήταν η προέκταση της Καρολάιν. Το ήθελε εκείνη και μεγαλώνανε μαζί την κόρη τους, τη Λυδία».

Και συμπλήρωσε:

«Βλέπουμε από τον τρόπο, που σκοτώνει ο κατηγορούμενος ότι, δεν είχε συναίσθημα. Κάνει το θάνατο διαρκείας. Σκοτώνει το κουτάβι βασανιστικά, όπως ακριβώς σκότωσε και την Καρολάιν. Βλέπει το ζώο να χτυπιέται, να υποφέρει, όπως και την Καρολάιν. Βλέπουμε με τι τρόπο αντιμετωπίζει το θάνατο»,

Πολιτική Αγωγή: Tι πρόσφερε στον κατηγορούμενο ο τρόπος, που σκότωσε το κουτάβι;

Mάρτυρας: Τίποτα δεν του πρόσφερε. Εκανε αυτό, που ήθελε. Δεν είχε συναίσθημα.

Σε άλλο σημείο της κατάθεσης της η ψυχίατρος μίλησε για «έπαρση, κτητικότητα, έλλειψη ενσυναίσθησης και αναζήτηση θαυμασμού» του Μπάμπη Αναγνωστόπουλου, χαρακτηρίζοντάς τον ως άτομο με διαταραχή προσωπικότητας, με πολλά χαρακτηριστικά ψυχοπαθητικής ή αντικοινωνικής διαταραχής».

Η γιατρός είπε ότι, η διαταραχή προσωπικότητας αποτελεί μια ομάδα διαταραχών όπου τα άτομα έχουν συνείδηση τι κάνουν, συναίσθηση του αποτελέσματος των πράξεων τους. Υπάρχει έπαρση και ναρκισσιστική διαταραχή, δηλαδή προκύπτει ένα αίσθημα μεγαλείου από τον έλεγχο της σχέσης και έλλειψη ενσυναίσθησης. Το βλέπουμε όταν δολοφονεί τη μητέρα του παιδιού του χωρίς να ενδιαφερθεί για το ότι θα πονέσει το παιδί του, όταν τοποθετεί το παιδί δίπλα στο άψυχο σώμα της μητέρας, είναι μια πολύ βάρβαρη κίνηση που συναντάμε στους πολέμους. Τα μωρά έχουν οπτικά και δερματικά ερεθίσματα. Όταν σκοτώνει τον σκύλο, γιατί το ζώο ήταν και του παιδιού. Από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τη μητέρα της Καρολάιν, πώς την προσεγγίζει στην κηδεία. Μια μάνα που πονάει την προστατεύουμε, δεν την βάζουμε να πληρώνει φέρετρα. Από τον τρόπο που κρατάει το παιδί στην κηδεία, 9 μηνών για τέσσερις ώρες σε μια κηδεία που απ’ότι ενημερώθηκα το φέρετρο άνοιξε κάποια στιγμή. Δεν χρειαζόταν να είναι εκεί. Αυτά όλα συντείνουν σε ψυχοπαθητική προσωπικότητα. Επίσης βλέπουμε μια αναζήτηση του θαυμασμού των άλλων. Βρήκε μια ανήλικη κοπέλα, πετούσε με το ελικόπτερο πάνω από το σχολείο. Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα που ψάχνει ένας άνθρωπος για να φτιάξει μια σοβαρή σχέση. Ή ακόμη το πώς αντιμετώπισε την απόρριψη και την πρόθεση της γυναίκας του να χωρίσουν”.

Πρόεδρος: Το αίσθημα της απόρριψης μπορεί να πυροδοτήσει επιθετικότητα σε σημείο ανεξέλεγκτο, έχει την ίδια ικανότητα να τιθασεύσει τα συναισθήματα του;

Μάρτυρας: Μπορεί κάποιος να το χειριστεί αν το επιθυμεί. Μπορεί να ελέγξει, αλλά υπάρχει η τάση εκδίκησης. Το μέγεθος της εκδίκησης εναλλάσσεται….Βλέπω την τάση να χρησιμοποιεί το παιδί. Είναι κακοποίηση να το βάζει πάνω στην άψυχη μητέρα και να κάθεται τέσσερις ώρες στην κηδεία της. Το παιδί αντιλαμβάνεται κάτι. Η σκέψη είναι: «Δεν με ενδιαφέρει αν πονάει. Δεν με ενδιαφέρει αν το παιδί καίγεται από τον ήλιο, είναι η προέκταση μου, είναι δικό μου, μου, μου. Δεν με ενδιαφέρει”.

Η μάρτυρας χαρακτήρισε το θάνατο της Καρολάιν «θάνατο διαρκείας» και κατέληξε:

«Δεν ήταν ένα πιστόλι. Δεν τον ένοιαζε τίποτα. Λείπει απόλυτα το συναίσθημα. Πουθενά ούτε για τη γυναίκα του, ούτε για το παιδί του, ούτε για το σκύλο».