Του Γιώργου Μπαμπινιώτη*

Εκλεκτοί αρθρογράφοι της εφημερίδας «Η Καθημερινή», ο κ. Θεοδωρόπουλος και ο κ. Μανδραβέλης, σε κείμενά τους (της Κυριακής 6ης Δεκεμβρίου) που αναφέρονταν σε γλωσσικές απόψεις μου, άφησαν σχεδόν την εντύπωση ότι η δημόσια παρέμβασή μου ήταν για τέσσερις λέξεις! Για το πώς θα λέμε το lockdown (εισηγήθηκα «απαγορευτικό») και το take away («για το σπίτι») κ.λπ. Αυτό ήταν το νόημα της δημόσιας παρέμβασής μου; Αναγκάζομαι να διευκρινίσω ότι χρησιμοποίησα τις «προτάσεις» μου απλώς ως δείγματα πώς τέτοιες νεοεισαγόμενες λέξεις μπορούν να αποδοθούν στα ελληνικά. Κύρια (από χρόνια) θέση μου είναι ότι πρέπει να υπάρχουν γενικότερη ευαισθησία και «αίσθηση μέτρου», ώστε να αποφεύγεται αυτή η αθρόα εισαγωγή ξένων λέξεων, ξενόγλωσσων ονομασιών και ξενόγλωσσων επιγραφών στη γλώσσα μας. Δηλαδή, οι εν λόγω αρθρογράφοι είναι ευτυχείς με τέτοιες αναφορές, και δη και δημόσιες, σε lockdown, delivery, take away, click away, rapid test, Black Friday κ.τ.ό.;

Θα το ξαναπώ: οι λέξεις που έθιξα για μένα ήταν μόνον η αφορμή για να επισημάνω για μία ακόμη φορά δημόσια την ουσία ενός μείζονος θέματος. Πλήθος ξένων λέξεων που παλαιότερα δεν θα αφήνονταν να περάσουν ποτέ από ιστορικές εφημερίδες όπως λ.χ. «Η Καθημερινή» ή «Το Βήμα» ούτε θα υιοθετούνταν από τα παλαιότερα δημόσια μέσα (ραδιόφωνο και τηλεόραση), στις μέρες μας εισάγονται αυτόματα και με φυσική, τρόπον τινά, αποδοχή –και ανοχή– των αρμοδίων, συμβάλλοντας βεβιασμένα, άκριτα και αχρείαστα στην αύξηση των ξενισμών στη γλώσσα μας. Η δική μου παρέμβαση ήταν να επισημάνω δημόσια τη γλωσσική μας «ακηδία», την αμεριμνησία και τον εφησυχασμό μας, που τείνουν να παγιωθούν. Μίλησα για «γλωσσική αγγλοκρατία» και έγραψα: «Φοβούμαι ότι, με δική μας ευθύνη (ακηδία, ολιγωρία, ανοχή, ιδιοτέλεια, μιμητισμό, ξενομανία, μειωμένες αντιστάσεις, πολιτισμική αδιαφορία κ.λπ.) γενικότερα κι από καιρό πάει να κυριαρχήσει στη χώρα μας η αντίληψη ότι, χρησιμοποιώντας τα αγγλικά, έχουμε μεγάλη απήχηση (επικοινωνιακή, κοινωνική, αγοραστική, κύρους, γοήτρου, πειθούς κ.λπ.) που δεν την έχουμε όταν χρησιμοποιούμε τη μητρική μας γλώσσα! Τα “hair style”, “bread factory”, “butcher’s shop”, “food hall” κ.τ.ό. σε επιγραφές καταστημάτων της χώρας δείχνουν ότι οι ιδιοκτήτες τους πιστεύουν πως αποδίδουν περισσότερο εμπορικά! Και μόνο αυτή η συναίσθηση φτάνει για να υποβαθμίσει σταδιακά τη χρήση της ελληνικής γλώσσας πρώτα στη συνείδησή μας και μετά στη γλωσσική πράξη». Αυτό είναι το πρόβλημα –για το οποίο έχω μιλήσει και γράψει πολλές φορές– και όχι το lockdown, το «απαγορευτικό» για το οποίο οι Γάλλοι και οι Ισπανοί, επ’ ευκαιρία, δεν άργησαν να πλάσουν αντιστοίχως τις λέξεις «confinement» και «confinamiento».

Τέλος, δήλωσα συγχρόνως δημόσια (για να προλάβω παρεξηγήσεις) ότι «δεν είμαι υπέρ του “καμία ξένη λέξη στη γλώσσα μας”· είμαι εναντίον του “κατακλυσμού της γλώσσας μας από ξένες λέξεις”». Δεν διαφέρουν αυτά; Το τι γίνεται σε μεγάλες χώρες με τους ξενισμούς δεν ισχύει εξίσου για την Ελλάδα, διότι οι μικρές χώρες χρειάζονται μεγάλες αντοχές για να στηρίξουν τη γλώσσα τους.

Η φωνή τού Αδαμάντιου Κοραή για ανάλογο πρόβλημα (υπό άλλες συνθήκες βεβαίως) είναι διαχρονικώς διδακτική: «Ἡ ἀπὸ τοὺς ξένους δάνεισις ἤ νὰ τὸ εἴπω καθαρώτερα, ψωμοζήτησις λέξεων καὶ φράσεων, ἀπὸ τὰς ὁποίας γέμουσιν αἱ αποθῆκαι τῆς γλώσσης, σιμὰ τῆς ἀτιμίας, δίδει καὶ παντελοῦς ἀπαιδευσίας ἤ καὶ ἠλιθιότητος ὑπόληψιν. […] Τί ὠφελεῖ τῶν ἀλλοτρίων γλωσσῶν ἡ εἴδησις, ὅταν λαμβάνῃ τις ἀπὸ αὐτὰς ὄχι ὅ,τι δύναται νὰ διορθώσῃ, ἀλλ’ ὅ,τι διαστρέφει καὶ ασχημίζει τὴν γλώσσαν του; Ἡ χρεία τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὰς ἄλλας ἔχει ἡ ἡμετέρα εἶναι πολλὰ ὀλίγη, ἐπειδὴ παραστέκει σιμά της ἡ ὑπέρπλουτος αὐτῆς μήτηρ, ἕτοιμη νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν ὅ,τι τῆς λείπει».

Ομολογώ –πειράζει να το πω;– ότι με εξέπληξε η τόσο ανεκτική και οιονεί μοιρολατρική στάση απέναντι στη «γλωσσική αγγλοκρατία» έγκυρων αρθρογράφων, ειδικά τής «Καθημερινής». Αναθάρρησα, κάπως, όταν άκουσα τους Αγγλους να αποκαλούν δημόσια και επίσημα την επιχείρηση εμβολιασμού κατά της πανδημίας (pandemic) με το ελληνικό συμβολικό όνομα panacea (πανάκεια). Οι ξένοι τιμούν ακόμη την ελληνική, εμείς;

*Ο κ. Γιώργος Μπαμπινιώτης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών