«Όχι» σε διάλογο για κυβερνητική συνεργασία του Κινήματος Αλλαγής με τη Ν.Δ. ή τον ΣΥΡΙΖΑ λέει ο Γ. Παπανδρέου σε συνέντευξή του στη «Ναυτεμπορική», καταλογίζοντας στα δύο κόμματα ότι αποτελούν «μέρος της ίδιας συμμαχίας του συντηρητισμού» και των πελατειακών λογικών.

Ταυτόχρονα επισημαίνει ότι ο ρόλος του σήμερα είναι να συμβάλει για να επανέλθει η παράταξη στο προσκήνιο του πολιτικού βίου με ένα «τολμηρό μεταρρυθμιστικό σχέδιο». Υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη για την εκπόνηση ενός εθνικού σχεδίου μετασχηματισμού της οικονομίας με κατεύθυνση τη δίκαιη πράσινη μετάβαση, την ψηφιοποίηση της επιχειρηματικότητας, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και την αποφασιστική μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Στο ζήτημα δε των χειρισμών της πανδημίας ο κ. Παπανδρέου καταλογίζει στην κυβέρνηση ότι «επιλέγει τη σύγκρουση με εκλογικά ακροατήρια που δεν την ψηφίζουν και τη σιωπηλή ανοχή στα εκλογικά ακροατήρια που την ψηφίζουν».

Ποια είναι η μεγαλύτερη διαφορά πολιτικής πρότασής σας από εκείνες των άλλων υποψήφιων για την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ;

«Η δική μου σκέψη πρωτίστως ήταν αν μπορώ να ξαναδώσω κυβερνητική προοπτική στο κίνημά μας. Με αυτό το κριτήριο πήρα την απόφαση και σε αυτή δεσμεύομαι. Δεν επιθυμώ να ηγηθώ ενός μικρού κόμματος, με ενδιαφέρει η ανασυγκρότηση του δημοκρατικού και προοδευτικού χώρου, που έφερε τις μεγάλες αλλαγές στη χώρα. Υπήρξα πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργός και ο ρόλος μου στη συγκεκριμένη συγκυρία απαιτεί να συμβάλω για να επαναφέρουμε την παράταξη στο προσκήνιο του πολιτικού βίου και να κερδίσουμε ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η χώρα χρειάζεται ένα ρεύμα ανατροπής του σημερινού συντηρητικού συσχετισμού για να βγει από την καθηλωτική ισορροπία που διαμορφώνεται από τις επιλογές των ηγεσιών της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ, μια ισορροπία που εξακολουθεί να συντηρεί τις χρόνιες παθογένειες του πολιτικοοικονομικού συστήματος. Αντιμετώπισα τη μεγαλύτερη κρίση της μεταπολίτευσης και γνωρίζω καλά αυτές τις παθογένειες. Γνωρίζω, λοιπόν, και την αναγκαιότητα των μεγάλων αλλαγών, αλλά και πως αυτές δεν μπορούν να γίνουν χωρίς τη διάθεση για σύγκρουση με κατεστημένες δομές που ευθύνονται για τις συνεχόμενες κρίσεις.

Η φιλοσοφική μου αντίληψη προέκρινε πάντα το αξιακό περιεχόμενο της πολιτικής. Στη βάση των αρχών και των αξιών της προοδευτικής παράταξης οφείλουμε να διαμορφώσουμε ένα τολμηρό μεταρρυθμιστικό σχέδιο για να ξαναβάλουμε σε τροχιά προόδου τη χώρα και να ξαναδώσουμε ελπίδα και προοπτική στον ελληνικό λαό».

Τι προϋποθέσεις θα θέτατε για να ανοίξει ο διάλογος μιας ενδεχόμενης κυβερνητικής συνεργασίας με τη Ν.Δ. ή τον ΣΥΡΙΖΑ;

 «Την ανατροπή των συντηρητικών νοοτροπιών και πελατειακών πολιτικών. Γι’ αυτό τον λόγο η συζήτηση περί συνεργασιών είναι άτοπη και αναδεικνύει τη χρησιμότητα μιας μεγάλης προοδευτικής παράταξης. Τα δύο κόμματα, Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ, είναι μέρος της ίδιας συμμαχίας του συντηρητισμού. Η οποιαδήποτε συζήτηση περί συνεργασιών θα εξυπηρετούσε την επιβίωση των δύο και θα αναιρούσε το διακύβευμα της αναγκαιότητας για την ανοικοδόμηση του προοδευτικού χώρου. Σε αυτή την κατεύθυνση, δεν υπάρχει κοινός τόπος για διάλογο. Ο διάλογος οφείλει να επικεντρωθεί στην ανάδειξη του κινήματός μας σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων και όχι σε δεκανίκι του συντηρητικού δίπολου. Αυτό που πρεσβεύω κι αυτό που ζητά η βάση του Κινήματός μας, είναι να αλλάξουμε ριζικά τα δεδομένα».

Σχεδόν δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, η χώρα μας δοκιμάζεται σήμερα όσο ποτέ. Τι πήγε τόσο λάθος και πώς μπορεί να διορθωθεί;

«Η κυβέρνηση επαναπαύτηκε πάνω στην επιτυχία διαχείρισης του πρώτου κύματος της πανδημίας, το οποίο πλέον απέχει χρονικά 1,5 χρόνο. Από τον Οκτώβριο του 2020 και μετά, η κυβέρνηση βρίσκεται πίσω από τα γεγονότα κι αυτό διότι προσπάθησε περισσότερο να ενισχύσει την εικόνα της επιτυχίας της, παρά το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε προσωπικό και δομές, όπου το Κίνημα Αλλαγής με αλλεπάλληλες τροπολογίες έχει ζητήσει την ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά των εργαζομένων (γιατροί-νοσηλευτές) στα νοσοκομεία. Αναφέρομαι και στη συνολική διαχείριση της πανδημίας, όπου η κυβέρνηση έλαβε μία σειρά από αντιφατικά μέτρα, εκπέμποντας αντιφατικά μηνύματα, χωρίς να έχει ένα στιβαρό σχέδιο διαχείρισης. Την στοιχειώδη ιχνηλάτηση των κρουσμάτων την πετύχαμε τους τελευταίους μήνες.

Όμως η αξιοποίηση των δεδομένων μέσω της άυλης συνταγογράφησης είναι μηδαμινή. Επίσης, η τηλεργασία στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, η τηλεκπαίδευση, δεν εφαρμόζονται όπως θα έπρεπε, ενώ οι έλεγχοι είναι αποσπασματικοί, ενίοτε και ανύπαρκτοι. Το κυριότερο όμως είναι ότι η κυβέρνηση δεν οικοδόμησε ένα πλαίσιο συναίνεσης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και την κοινωνία, ενώ πολλές φορές είδαμε τον κ. Μητσοτάκη και τους υπουργούς του να ρέπουν προς την αλαζονεία και τον αυταρχισμό. Όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, τότε ευδοκιμεί ο διχασμός και ο ανορθολογισμός, όπως βλέπουμε τώρα και με την πορεία του εμβολιασμού. Η κυβέρνηση επέλεξε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο διαχείρισης, χωρίς να εμπλέξει την αυτοδιοίκηση και τις τοπικές κοινωνίες. Επιλέγει τη σύγκρουση με εκλογικά ακροατήρια που δεν την ψηφίζουν και τη σιωπηλή ανοχή στα εκλογικά ακροατήρια που την ψηφίζουν. Και όσο συνεχίζεται αυτή η αδιέξοδη κατάσταση, δυστυχώς η πανδημία θα εξακολουθεί να είναι παρούσα για αρκετούς μήνες ακόμη στη χώρα μας».

Παρά τη σημαντική δημοσιονομική βελτίωση, τα νοικοκυριά πιέζονται από την ακρίβεια και οι επιχειρήσεις από τα αυξημένα κόστη. Πώς μπορεί να επιτευχθεί ανάπτυξη που δεν θα συνοδεύεται από ακραίες ανισότητες;

«Αυτή τη στιγμή τα επίπεδα ελλείμματος και πληθωρισμού είναι υψηλά, δημιουργώντας συνθήκες δημοσιονομικής αβεβαιότητας για την κυβέρνηση, την ίδια ώρα που στην Ευρώπη έχει ανοίξει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και το εάν τελικά θα πάμε προς τον δρόμο της δημοσιονομικής χαλάρωσης, λόγω της πανδημικής κρίσης, ή θα επιστρέψουμε στον δρόμο της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας που ίσχυε πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα νοικοκυριά δοκιμάζονται με την ακρίβεια πριν από την έξαρση της ενεργειακής κρίσης. Οι Έλληνες καταναλωτές πληρώνουν έτσι κι αλλιώς ακριβές τηλεπικοινωνίες και Internet και ακριβό ηλεκτρικό ρεύμα, διότι αυτή η κυβέρνηση, πέραν του ότι δεν έχει προχωρήσει τις αναγκαίες αλλαγές που θα οχύρωναν θεσμικά μια άλλου τύπου ανάπτυξη, λόγω της πελατειακής της αντίληψης, δεν πιστεύει και στον εποπτικό ρόλο των ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών, όπως είναι η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας. Στο ίδιο μήκος κύματος και η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα να έχουμε μία ανεξέλεγκτη αγορά, όπου επιβιώνει ο ισχυρός, ενώ ο αδύνατος επιβιώνει μόνο μέσα από ένα καθεστώς εξάρτησης μίας γραφειοκρατικής και αρτηριοσκληρωτικής σχέσης κράτους και αγοράς. Το πάγιο πρόβλημα των ελληνικών επιχειρήσεων είναι η έλλειψη διεθνούς ανταγωνιστικότητας και η χαμηλή ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων. Εκεί το κράτος δεν παρέχει καμία βοήθεια, με αποτέλεσμα οι μικρές επιχειρήσεις να υστερούν στον διεθνή ανταγωνισμό. Αυτό που χρειάζεται είναι η εκπόνηση ενός εθνικού σχεδίου μετασχηματισμού της οικονομίας μας, προς την κατεύθυνση της δίκαιης πράσινης μετάβασης, την ψηφιοποίηση της επιχειρηματικότητας, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και την αποφασιστική μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο εργαζόμενος δεν είναι κόστος για την επιχείρηση, αλλά περιουσιακό στοιχείο, το οποίο πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο. Και φυσικά αυτό το σχέδιο να εκπονηθεί όχι με όρους συγκέντρωσης ή επικοινωνίας, αλλά με όρους αποκέντρωσης και ανοιχτού διαλόγου με την αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα, τα πανεπιστήμια και την κοινωνία των πολιτών. Όσο στην Ελλάδα παραμένουν κλειστοί οι οικονομικοί θεσμοί, τόσο θα αναπαράγονται οι ανισότητες που οδηγούν στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό».

Ως πρωθυπουργός είχατε ασκήσει αυστηρή δημόσια κριτική στον Ερντογάν. Υπάρχει δυνατότητα να ξεφύγουμε από τις περιόδους έντασης όσο κρατά εκείνος τα ηνία της Τουρκίας;

«Αυτή τη στιγμή στην Τουρκία επικρατεί μεγάλη αστάθεια. Η τραγική οικονομική κατάσταση έχει ρίξει σημαντικά τη δημοφιλία του καθεστώτος και ασφαλώς η Ελλάδα πρέπει να βρίσκεται σε ετοιμότητα για παν ενδεχόμενο. Είναι όμως σαφές ότι αντικειμενικά την Τουρκία δεν τη συμφέρει μια σύγκρουση με την Ελλάδα τη στιγμή που εξαρτάται απόλυτα από το εξωτερικό για να μην καταρρεύσει εντελώς η οικονομία της. Η Ελλάδα έχει χτίσει ισχυρή άμυνα και ισχυρές συμμαχίες. Η δύναμη αυτή δίνει ευκαιρίες και στη διπλωματία. Είναι απαραίτητο να αξιοποιήσουμε και αυτό το όπλο για να αποφύγουμε δυσάρεστες εκπλήξεις».