Τρία τέταρτα ενός αιώνα, 75 χρόνια μιάς γεμάτης από εμπειρίες και δόξα ζωής, κλείνει σήμερα (23/11) ο μεγάλος άσος του ΠΑΟΚ και του ελληνικού ποδοσφαίρου, ο αειθαλής Γιώργος Κούδας, ξεχωριστό πρόσωπο του ποδοσφαίρου και ασφαλώς ο πιο δημοφιλής και παραγωγικός σε παρουσίες και προσφορά παίκτης του ΠΑΟΚ.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, σαν σήμερα 23 Νοεμβρίου 1946, υμνήθηκε από πολλούς και αποτελεί ως και σήμερα ένα παράδειγμα μετριοφροσύνης και ταπεινότητας που δεν το έφθειρε ο χρόνος και τα μεγάλα αποθέματα δόξας που εισέπραξε. Αντίθετα γνώρισε αγάπη και αποδοχή την οποία απολαμβάνει σε κάθε του δημόσια εμφάνιση, που με την πάροδο του χρόνου δεν περιορίζεται. Αυτή η διαχρονική αναγνώριση από όσους τον πρόλαβαν στην εποχή της δράσης του αλλά και τους μεταγενέστερους είναι ένα πολύτιμο δώρο ζωής. Η ποδοσφαιρική του διαδρομή γεμάτη από δάφνες, διακρίσεις, και ατυχώς όχι ανάλογους τίτλους, έμελλε να συνδυαστεί με το μεγάλωμα του “δικεφάλου” που επί των ημερών του έγινε μία από τις κορυφαίες ελληνικές ομάδες.

Ταλαντούχος από τα εφηβικά του χρόνια, συστήθηκε στο ποδοσφαιρόφιλο κοινό στις 21 Δεκεμβρίου 1963 σε παιχνίδι πρωταθλήματος με την ασπρόμαυρη φανέλα κατά του Εθνικού στην Τούμπα και με προπονητή τον Ούγγρο Γκιόργκι Μπαμπολτσάϊ. Στα 17 του χρόνια.

Λίγους μήνες αργότερα την 1η Απριλίου 1964, άνοιγε λογαριασμό στα γκολ με το πρώτο του που σημείωνε κατά της Νίκης Βόλου, σε νικηφόρο παιχνίδι στο γήπεδο της Τούμπας. Ηταν το πρώτο μιάς σειράς 133 τερμάτων τα περισσότερα από τα οποία είχαν την ομορφιά και το δείγμα του ταλέντου του και που ολοκλήρωσαν μια αξιοθαύμαστη διαδρομή που τελείωνε με το αποχαιρετιστήριο γκολ κατά του Απόλλωνα Αθηνών, πάλι στην Τούμπα στις 18 Δεκεμβρίου 1983.

Αυτά βέβαια στα 504 παιχνίδια του ελληνικού πρωταθλήματος στα οποία πήρε μέρος, θα μπορούσαν να ήταν ένα απλησίαστο ρεκόρ αν προστίθονταν και όσα θα έκανε στην διετία 1966-68, όταν έλειψε από τους αγωνιστικούς χώρους, λόγω της μετακίνησης του για οικονομικούς λόγους στον Ολυμπιακό, στον οποίο όμως ποτέ δεν έμελε να παίξει επίσημα, αφού η “μεταγραφή” αυτή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, λόγω της άρνησης του ΠΑΟΚ και του τότε προέδρου του Γιώργου Παντελάκη. Γιατί βεβαίως ο Γιώργος Κούδας έπαιξε σε 70 ακόμα παιχνίδια ελληνικού κυπέλλου, με άλλα 28 γκολ, και τέλος άλλα 33 παιχνίδια ευρωπαϊκών διοργανώσεων με μόλις 4 γκολ. Ο μεγάλος άσος κατέκτησε το πρωτάθλημα Ελλάδος της περιόδου 75-76, αγωνίστηκε σε 9 τελικούς με τον ΠΑΟΚ αλλά γεύτηκε την χαρά του επάθλου μόνο στα δύο πρώτα κύπελλα της ομάδας του, το 1972 και το 1974, ενώ έκλεισε την καριέρα του τη σεζόν 1983-84 χωρίς να γευτεί τη χαρά του δεύτερου πρωταθλήματος που κατακτήθηκε αμέσως την πρώτη χρόνια από την ολοκλήρωση της ποδοσφαιρικής του καριέρας.

Σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις έφθασε με τον ΠΑΟΚ το 73-74 ως τα προημιτελικά του Κυπέλλου Κυπέλλούχων με σημαντικές αγωνιστικές διακρίσεις της ομάδας του απέναντι σε ομάδες σαν την Λιόν ή την Λέγκια Βαρσοβίας.

Ιστορίες για τον Γιώργο Κούδα υπήρξαν πολλές. Ολες συναρπαστικές. Από αυτές τις καθημερινές, ανθρώπινες μικρές ιστορίες που εντυπωσιάζουν τους φιλάθλους, τους ποδοσφαιρόφιλους ειδικά που θέλουν να συνταυτίζονται με την καθημερινότητα των ειδώλων τους και ο Γιώργος Κούδας, στα 75 του χρόνια δεν έπαψε ούτε μέρα να είναι ένα αθλητικό και κοινωνικό είδωλο, ένας αθλητής της διπλανής πόρτας, με την ασυνήθιστη ιδιοτητα του ανθρώπου που είναι μυθικός και γήϊνος ταυτόχρονα.

Πολύ σωστά τον αποθέωσε με τον εμπνευσμένο στίχο του ο αείμνηστος Μανώλης Ρασούλης στο πασίγνωστο άσμα του “Πότε Βούδας, πότε Κούδας” που έκανε τον γύρο της οικουμενικής Ελλαδας σε κάθε άκρη της υδρογείου.

Σε ένα μικρό έντυπο πόνημα του, τον υμνησε ο τραγουδοποιός, ποιητής και καθηγητής Θωμάς Κοροβίνης αφιερώνοντας όλο το 64σέλιδο τεύχος του, το 2004 υπό τον τίτλο: “Τρία ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για τον Γιώργο Κούδα”. Μια εκτενής ποιητική σύνθεση εμπνευσμένη από την προσωπικότητα του κορυφαίου Θεσσαλονικιού ποδοσφαιριστή, με αναφορές στην πολιτική και κοινωνική ατμόσφαιρα στη χώρα μας από το τέλος του εμφυλίου μέχρι την μέρα της συγγραφής του βιβλιαρίου. Ενα μικρό απόσπασμα αυτής της συλλογής, ένα από τα μικρά και περίτεχνα δείγματα γραφής του Θωμά Κοροβίνη για τον μεγάλο άσο και ίνδαλμα του ποιητή είναι το παρακάτω:

“Ασίκη Κούδα

Σ’αυτήν τη χώρα όπου δε χορταίνουν

Η μπαμπεσιά κι η εθνολατρεία

Να παίζουν πάντα φιλικό

Θα σε θυμηθούν ξανά

Όταν στη θέση της πραότητας

Θα θρονιαστεί η πλεκτάνη…”

Σε μία από τις πολλές συνεντεύξεις που έδωσε ο χαρισματικός άσος αναφέρει: “Αφιέρωσα τη ζωή μου όλη στο ποδόσφαιρο, αυτά όμως τα ενδιαφέροντά μου, οι πεποιθήσεις μου, έφτιαξαν μαζί με τις αρχές που πήρα από το σπίτι μου, έτσι ώστε να ενδιαφέρομαι για τα κοινά, για τη μοίρα του τόπου και για τα προς τα πού πάει η ίδια μας η ζωή. Πιστεύω ότι η ζωή με ανάγκασε να δουλέψω από πολύ μικρός, ενώ από μικρός επίσης αγάπησα και το βιβλίο αφού δούλευα από μικρός στο βιβλιοπωλείο του θείου μου του Γρηγόρη από τότε που ήμουνα 10- 11 χρόνων και διάβαζα στα διαλείμματα της ενασχόλησης μου με το ποδόσφαιρο”.

Χρόνια σου πολλά Γιώργο Κούδα. Η Θεσσαλονίκη και ο ΠΑΟΚ της σε ευγνωμονούν.