Του Martin Sandbu

Τώρα που καταλάγιασε ο κουρνιαχτός, ας αναγνωρίζουμε το πόσο αξιοσημείωτο είναι ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες χρειάστηκαν μόνο τέσσερις ημέρες και νύχτες για να συμφωνήσουν σε ένα πρωτοφανές κοινό οικονομικό πρόγραμμα. Ξεπέρασαν τις αντιστάσεις των μικρών αλλά πλούσιων «φειδωλών» χωρών και άλλαξαν μόνιμα την πολιτική των μελλοντικών οικονομικών αποφάσεων της ΕΕ. Πολλές αντιδράσεις στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το ταμείο ανάκαμψης και τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό επικεντρώνονται στους τρόπους με τους οποίους αυτή υστερεί. Συχνά όμως, κοιτάνε το λάθος πράγμα.

Η κοινή αντίδραση της ΕΕ ποτέ δεν θα επωμίζονταν το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής προσπάθειας για να βγουν οι οικονομίες του μπλοκ από την ύφεση που προκάλεσε η Covid-19. Για αυτό, δεν είναι ούτε επαρκής ούτε απαραίτητη. Η απώλεια οικονομικής παραγωγής και η απαιτούμενη δημοσιονομική αντίδραση είναι πολύ μεγαλύτερες από το ταμείο ανάκαμψης, άρα, ως συνήθως, οι εθνικοί προϋπολογισμοί θα αναλάβουν να κάνουν τα περισσότερα. Όμως δεν θα δυσκολευτούν να το κάνουν, αφού η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διασφαλίζει πολύ ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης και η ΕΕ έχει δημιουργήσει μεγάλα προγράμματα δανεισμού για τις κυβερνήσεις λόγω της κρίσης.

Η συμφωνία που επιτεύχθηκε την Τρίτη, ωστόσο, είναι μια μεγάλη συμφωνία, ακόμα και οικονομικά. Διπλασιάζει, χοντρικά, το μέγεθος του τακτικού προϋπολογισμού της ΕΕ για τα επόμενα τρία χρόνια. Ορισμένοι λήπτες αναμένεται να λάβουν σημαντικές μεταφορές πόρων. Η Ιταλία μπορεί να ελπίζει ότι θα πάρει συνολικά ίσως και 5% του ετήσιου εθνικού εισοδήματός της, οι μικρότερες και φτωχότερες χώρες ακόμα περισσότερα. Επιπλέον, θα υπάρξουν δάνεια όμοιου ή και μεγαλύτερου μεγέθους.

Αλλά η πραγματική σημασία της συμφωνίας είναι το πώς αυτή αναδιαμορφώνει την πολιτική οικονομία της ΕΕ.

Πρώτον και προφανέστερα, το μπλοκ διέβη τον Ρουβίκωνα της χρηματοδότησης δαπανών από το έλλειμμα σε επίπεδο Ένωσης. Όπως γνώριζαν και φοβόταν οι «φειδωλοί», αυτό που μπορεί να γίνει μια φορά, μπορεί κάλλιστα να ξαναγίνει. Κάτι που δεν αναφέρθηκε τόσο, είναι όμως εξίσου σημαντικό, είναι πως θα δημιουργηθεί μια αγορά και μια «καμπύλη αποδόσεων» για όλες τις ωριμάνσεις του χρέους της ΕΕ, διότι οι ηγέτες συμφώνησαν ένα πολύ μακροχρόνιο πρόγραμμα αποπληρωμής για τα κοινά δάνεια, που θα εκτείνεται μέχρι το 2058.

Όταν ο κόσμος ρωτά εάν αυτή ήταν μια «στιγμή Χάμιλτον» για την Ευρώπη, αναφέρονται στον πρώτο υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Αλεξάντερ Χάμιλτον, και την απόφαση να αμοιβαιοποιήσει τα χρέη των πολιτειών. Η ΕΕ δεν το έκανε αυτό. Αλλά μια πιο ενδελεχής ανάγνωση είναι πως, με τη δημιουργία μιας αγοράς με αμερικανικό χρέος, ο Χάμιλτον διασφάλισε τη μόνιμη πρόσβαση της νέας ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε οικονομικά προσιτή πίστωση. Υπό αυτή την έννοια, η συμφωνία της Τρίτης αποτελεί πράγματι μια «στιγμή Χάμιλτον».

Δεύτερον, ενώ οι ηγέτες απέφυγαν το ερώτημα του πώς θα αντληθούν τα χρήματα για την εξυπηρέτηση του κοινού χρέους, ωστόσο δεσμεύτηκαν να αυξήσουν τα έσοδα της ΕΕ. Τώρα πρέπει να βρουν νέες κοινές φορολογικές βάσεις, έστω και περιορισμένες. Απλώς συμφώνησαν σε έναν φόρο στα πλαστικά, αλλά δεσμεύτηκαν να εξετάσουν προτάσεις για διασυνοριακά τέλη άνθρακα και για εκτεταμένη φορολόγηση του άνθρακα στην Ευρώπη. Όποιες λύσεις και αν επιλέξουν, έχουν «ανεβεί στο τρένο» που κατευθύνεται προς περισσότερη κοινή φορολόγηση και δεν μπορούν να κατέβουν από αυτό και να γυρίσουν πίσω.

Τρίτον, οι μηχανισμοί διακυβέρνησης για της νέες δαπάνες περιλαμβάνουν περισσότερα απ’ όσο φαίνεται αρχικά. Οι ηγέτες κατέληξαν σε συμβιβασμό μεταξύ της απαίτησης των Ολλανδών για ένα εθνικό βέτο και των αποκλειστικά διοικητικών ελέγχων που επεδίωκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Υπάρχει μια απαίτηση οι ηγέτες να επικυρώσουν τα σχέδια δαπανών των χωρών (αλλά με ειδική πλειοψηφία και όχι ομόφωνα) και ένα εθνικό δικαίωμα να καθυστερήσει, αλλά όχι να σταματήσει, μια απόφαση της Κομισιόν για χορήγηση χρήματος. Αυτό επαναφέρει τον ρόλο των διασυνοριακών πολιτικών σε αυτό που η ΕΕ μάταια προσπαθούσε να κωδικοποιήσει με αυστηρούς κανόνες. Όμως, απέφυγαν τις πολιτικές καθυστερήσεις και τον εκβιασμό πολιτικής που καθιστούσε τα δάνεια διάσωσης ένα τόσο τοξικό ζήτημα κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους της ευρωζώνης. Με σωστή διαχείριση, η νέα δομή διακυβέρνησης θα μπορούσε να αποτελέσει το «έμβρυο» για τη χάραξη μιας πραγματικά πανευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής.

Επίσης, στο πλαίσιο της συμφωνίας, οι μεταφορές υπόκεινται σε ένα «καθεστώς όρων», σε ό,τι αφορά το κράτος δικαίου – ένα «κωδικοποιημένο μήνυμα» των βόρειων κρατών ότι δεν θέλουν να δώσουν χρήματα σε αντιφιλελεύθερους ηγεμόνες όπως ο Ούγγρος Βίκτορ Όρμπαν και το Πολωνικό κόμμα του Νόμου και της Δικαιοσύνης. Πολλοί απέρριψαν τον όρο αυτό ως υπερβολικά ασαφή. Όμως θα είναι η πρώτη φορά που οι ηγέτες εξουσιοδοτούν την Κομισιόν να βρει κυρώσεις για παραβιάσεις του κράτους δικαίου που θα περάσουν μέσω μιας ειδικής πλειοψηφίας. Η αντιδημοκρατική κακή συμπεριφορά, όπως η ουγγρική και η πολωνική, θα αποκτήσει πιο κεντρική σημασία για την πολιτική του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που θα έχει ένα πιο ευέλικτο εργαλείο για να την αντιμετωπίσει.

Η άλλη όψη του νομίσματος των αλλαγών αυτών είναι πως αυτό που δεν άλλαξε, θα περιχαρακωθεί ακόμα περισσότερο, ιδιαίτερα το μέγεθος και η δομή του τακτικού προϋπολογισμού. Τα χρήματα της ΕΕ θα συνεχίσουν να δαπανώνται κυρίως σε αγροτικές επιδοτήσεις και βοήθεια μέσω του ταμείου συνοχής προς τις φτωχές περιοχές.

Είναι μυστήριο ότι οι «φειδωλοί», που νοιάζονται περισσότερο γι’ αυτό, δεν επέλεξαν να δώσουν τις ανάλογες μάχες. Αντιθέτως, έδωσαν με επιτυχία μάχη για να περιορίσουν τις επιχορηγήσεις για την ανάκαμψη και τη συνεισφορά από τους δικούς τους προϋπολογισμούς, επιλέγοντας βραχυπρόθεσμες αποταμιεύσεις αντί της μακροπρόθεσμης επανιεράρχησης. Ωστόσο, δεν σταμάτησαν την κίνηση προς μια πιο κοινή δημοσιονομική πολιτική. Η νίκη είναι κυρίως Πύρρεια. Οι Ευρωπαίοι φεντεραλιστές έχουν τους περισσότερους λόγους να είναι ικανοποιημένοι.

Πηγή: FT.com