Της Μαρίνας Αλεξανδρή

Οι αριθμοί και τα στατιστικά δεν βγαίνουν, όπως δεν βγαίνει και η λογική του μοντέλου που ακολουθεί η Ελλάδα στα τεστ ανίχνευσης του κορονοϊού: Σήμερα ανακοινώθηκαν 1.251 νέα κρούσματα, 89 νέοι θάνατοι και σταθερός αριθμός διασωληνωμένων στους 600.

Οι νέες διαγνώσεις όμως έγιναν σε σύνολο μόλις 6.105 μοριακών τεστ, γεγονός που δίνει εκρηκτικό ποσοστό θετικότητας, της τάξης του 20,49% – δηλαδή, ένας στους πέντε που υποβλήθηκαν σε μοριακό τεστ ήταν θετικός στον κορονοϊό.

Πρόκειται για τον χαμηλότερο αριθμό τεστ που έχει γίνει από τις 14 Οκτωβρίου, ενώ ακόμη κι εάν συνυπολογιστούν και τα 4.421 rapid tests που έγιναν το τελευταίο 24ωρο, ο δείκτης θετικότητας παραμένει στο 11,88% την ώρα που το όριο συναγερμού σε διεθνές επίπεδο βρίσκεται μόλις στο 4%.

Πιο απλά, μετά από έναν μήνα καθολικού lockdown ο αριθμός των κρουσμάτων μειώνεται καθημερινά, αλλά μαζί του μειώνεται κατακόρυφα και ο αριθμός των τεστ ανίχνευσης. Την ίδια στιγμή, ο αριθμός των θανάτων και των διασωληνωμένων, όπως τονίζουν και δημόσια πια οι ειδικοί επιστήμονες, δείχνει αναντίστοιχος με τον – επίσημο τουλάχιστον – αριθμό κρουσμάτων. Και ακόμη, σύμφωνα και πάλι με την επίσημη ενημέρωση από τον καθηγητή Γκίκα Μαγιορκίνη, μετά από έναν μήνα απαγόρευσης κυκλοφορίας το επιδημιολογικό φορτίο παραμένει «στάσιμο» και στα ίδια επίπεδα με εκείνα των αρχών Νοεμβρίου χωρίς ουδείς να εξηγεί το γιατί.

Όλα αυτά συμβαίνουν σε μία συγκυρία που οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες χαλαρώνουν σταδιακά τα μέτρα περιορισμού και εντείνουν τους ελέγχους ανίχνευσης του ιού – σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, όπως στο Βέλγιο και την Σλοβακία, τους επεκτείνουν και στο σύνολο του πληθυσμού, αναγνωρίζοντας ότι τα lockdowns από μόνα τους δεν μπορούν να διασφαλίσουν την ανάσχεση της πανδημίας.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι εύλογα, απαντήσεις όμως μέχρι στιγμής δεν δίνονται, ούτε από την επιστημονική επιτροπή του υπουργείου Υγείας, ούτε από την πολιτική ηγεσία, ούτε από τον ΕΟΔΥ.

Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί μειώνεται ο αριθμός των τεστ, ο οποίος στα μέσα Νοεμβρίου είχε φθάσει έως και τα 30.000 ημερησίως. «Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι οι νεκροί δεν μειώνονται, ίσως αυτό να οφείλεται στο μικρό αριθμό τεστ που γίνονται στη χώρα που οδηγεί στο να μην υπάρχει πλήρης εικόνα των κρουσμάτων», είπε χαρακτηριστικά ο καθηγητής Γενετικής του Πανεπιστημίου της Γενεύης Μανώλης Δερμιτζάκης, κάνοντας και δύο πολύ σημαντικές επισημάνσεις: «Η Ελλάδα παρουσιάζει τώρα πολύ έντονα περίεργο λόγο θανάτων προς κρούσματα, – η Ελλάδα πήδηξε από το 1,5 στο 2,5 μέσα στον μήνα. Δεν μετρήσαμε σωστά, με βάση όχι μόνο τον αριθμό των τεστ αλλά και τη στρατηγική. Στα τεστ (rapid και PCR), βλέπουμε μια πολύ περίεργη μικρή μείωση καθημερινά, έχουμε 3.000 με 4.000 τεστ μείωση σε σχέση με τρεις εβδομάδες πριν». «Πρέπει να αυξάνουμε τον αριθμό των τεστ» τόνισε στον Σκάι και τόνισε ότι χρειάζονται πιο αναλυτικά στοιχεία από τον ΕΟΔΥ και την επιτροπή.

Το δεύτερο ερώτημα όμως είναι ποια ακριβώς στοιχεία έχει στα χέρια της και η ίδια η επιτροπή εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας, όπως και το εάν ακολουθούνται οι εισηγήσεις της ή οι αποφάσεις είναι αμιγώς πολιτικές. Εδώ, η κυβέρνηση εκτίθεται βαριά από την αποκάλυψη που έκανε ο καθηγητής, και μέλος της επιτροπής, Αλκης Βατόπουλος λέγοντας στο KΡHTH TV ότι το καλοκαίρι, στο άνοιγμα του τουρισμού, η επιτροπή είχε ζητήσει να ελέγχονται όλοι όσοι έφθαναν στην χώρα. «Η Επιτροπή», δήλωσε ο Αλκης Βατόπουλος, «είχε ζητήσει να γίνονται τεστ σε όλους τους ανθρώπους που έρχονται στην Ελλάδα. Δεν υπήρχε δυνατότητα να γίνει κάτι τέτοιο στα αεροδρόμια, και εν πάση περιπτώσει, προκηρύχθηκε χωρίς να μετέχει η Επιτροπή σε αυτό το σχέδιο».

To τρίτο ερώτημα είναι το τι συμβαίνει με τα τεστ από τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, μετά την ανακοίνωση της κυβέρνησης για επιβολή πλαφόν στην τιμή τους. Σήμερα, και μετά τις προειδοποιήσεις των ιδιωτικών κέντρων ότι δεν θα διεξάγουν τεστ γιατί είναι ασύμφορα, ο υπουργός Ανάπτυξης Αδωνις Γεωργιάδης προανήγγειλε «αναπροσαρμογή» στην τιμή που είχε ανακοινωθεί με την προσθήκη κόστους «παροχής ιατρικών υπηρεσιών». Ετσι, η τιμή για τα μοριακά τεστ αντί των 40 ευρώ που είχε ανακοινωθεί αρχικά θα πάει στα 60 ευρώ και για τα rapid test ανεβαίνει στα 20 από τα 10 ευρώ. Θα είχε ενδιαφέρον εάν απαντούσε η κυβέρνηση και ο ΕΟΔΥ για το εάν έχουν μειωθεί ή όχι τα τεστ στα ιδιωτικά κέντρα τις τελευταίες ημέρες, πριν ανακοινωθεί η αναπροσαρμογή των τιμών.