Του Martin Wolf

Από τότε που ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η παραγωγικότητα του Ηνωμένου Βασιλείου έχει ουσιαστικά μείνει στάσιμη.

Σε μια στάσιμη οικονομία, η οικονομική πολιτική γίνεται μηδενικού αποτελέσματος: η κατάσταση ορισμένων μπορεί να βελτιωθεί μόνο εάν χειροτερεύσει η κατάσταση κάποιων άλλων. Αυτή είναι η συνταγή της σύγκρουσης. Είναι ουσιαστικής σημασίας, αντί αυτού, να δημιουργηθεί μια διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Η πτώση του ρυθμού ανάπτυξης της παραγωγικότητας δεν είναι μοναδική στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κάθε μέλος της ομάδας των επτά κορυφαίων χωρών υψηλού εισοδήματος (G7) είχε έντονα χαμηλότερη ανάπτυξη της παραγωγής ανά ώρα στο διάστημα 2010-2019 απ’ ό,τι στο διάστημα 1990-2000. Αλλά η κάμψη του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν η μεγαλύτερη, υποχωρώντας από έναν ετήσιο ρυθμό 2,6% στο μόλις 0,4%. Η μόνη οικονομία των G7 με χαμηλότερη ανάπτυξη της παραγωγικότητας στη δεύτερη περίοδο ήταν η Ιταλία.

Σχετικές εξηγήσεις είναι εύκολο να βρεθούν: οι μέσες ετήσιες μeικτές σταθερές επενδύσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν οι χαμηλότερες των G7 στο διάστημα 2010-2018 και ανέρχονταν σε λίγο παραπάνω από 16% του ΑΕΠ· και η μόνη χώρα στους G7 με χαμηλότερες μέσες επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη ήταν, και πάλι, η Ιταλία. Καθώς οι νέες τεχνολογίες είναι ενσωματωμένες στις νέες μηχανές, οι τόσο χαμηλές επενδύσεις σχεδόν εγγυώνται πως η ανάπτυξη της παραγωγικότητας θα είναι χαμηλή.

Γιατί έχει επιβραδυνθεί τόσο πολύ η βρετανική ανάπτυξη; Η καλύτερη ανάλυση που έχω δει αναφορικά με τους καθοριστικούς παράγοντες της ανάπτυξης είναι μια που έγινε από τον David Sainsbury, επιχειρηματία που υπηρέτησε ως υπουργός Επιστημών στην κυβέρνηση του Tony Blair. Οι απόψεις του πηγάζουν από αυτές πρότερων στοχαστών όπως ο Alexander Hamilton και ο Joseph Schumpeter.

Όπως σημειώνει ο Sainsbury, η νεοκλασική οικονομική δεν έχει μια θεωρία ανάπτυξης, επειδή δεν έχει μια θεωρία για την καινοτομία. Ο ίδιος όμως έχει -και καθοδηγείται από τις καινοτόμες επιχειρήσεις. Αυτό το αποκαλεί «δυναμική ικανότητας/ευκαιρίας της αγοράς». Υπάρχουν τέσσερις συνθήκες για την επιτυχία: ζήτηση για νέα προϊόντα και υπηρεσίες, τεχνολογικές ευκαιρίες για συγκεκριμένες δραστηριότητες, εταιρείες ικανές να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες αυτές και θεσμοί ικανοί να στηρίξουν τις εταιρείες εκείνες.

Έτσι η ανάπτυξη είναι μια εξελικτική διαδικασία που χαρακτηρίζεται από δοκιμές και λάθη, αβεβαιότητα, από οικονομίες κλίμακας και φάσματος, από εξωτερικά στοιχεία δικτύων, από προσωρινά μονοπώλια και αθροιστικό πλεονέκτημα. Η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει πως η ανάπτυξη είναι ένας αγώνας για την κορυφή. Σημαίνει να εκμεταλλεύεσαι νέες ευκαιρίες που δημιουργούν πλεονεκτήματα με διάρκεια στους τομείς υψηλής παραγωγικότητας και έτσι υψηλούς μισθούς.

Αυτή η θεώρηση επιτρέπει στον Sainsbury να εξετάζει γιατί ορισμένες χώρες έχουν πετύχει οικονομικά, γιατί άλλες έχουν αποτύχει και γιατί χώρες που κάποτε ήταν επιτυχημένες μπορεί να μείνουν πίσω. Η απάντηση στο τελευταίο είναι πως έχουν χάσει σε πολλούς από τους νέους τομείς υψηλής καινοτομίας και υψηλής παραγωγικότητας.

Αν κοιτάξουμε τις επιτυχημένες ιστορίες προσπαθειών κάλυψης του χαμένου εδάφους στην ανάπτυξή τους τελευταίους δύο αιώνες, από τη Γερμανία και της ΗΠΑ μέχρι την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Κίνα, δεν είχε ποτέ να κάνει με το ότι έκαναν περισσότερα από το ίδιο πράγμα. Είχε να κάνει με την ανάπτυξη νέων πραγμάτων και ακόμα περισσότερο με την ικανότητά τους να αναπτύσσουν νέα πράγματα. Όταν μια οικονομία έχει χάσει αυτή την ικανότητα, αρχίζει να γίνεται στάσιμη.

Ο Sainsbury υποστηρίζει πως υπάρχουν τέσσερις πιθανές στρατηγικές για την καινοτομία: να το αφήσεις για την αγορά, να στηρίξεις την προμήθεια των σχετικών παραγόντων της παραγωγής (επιστήμη και ειδικευμένο προσωπικό), να στηρίξεις κλάδους-κλειδιά και τεχνολογίες, και να επιλέξεις συγκεκριμένες εταιρείες/τεχνολογίες/προϊόντα.

Υποστηρίζει πως οι κυβερνήσεις θα πρέπει να κάνουν το δεύτερο και το τρίτο, όχι όμως και το τέταρτo. Αυτό καλύτερα να το κάνουν οι τραπεζίτες ή οι venture capitalists. Αλλά οι κυβερνήσεις μπορούν και πρέπει να χρηματοδοτήσουν την επιστήμη και την ανάπτυξη επιστημονικών και άλλων δεξιοτήτων και θα πρέπει να προωθήσουν μερικούς ευρύτερους κλάδους και τεχνολογίες.

Η οικονομική λογική για τη στήριξη της καινοτομίας είναι πως η γνώση είναι ένα ημι-δημόσιο αγαθό. Αυτό δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό στοιχείο. Πρακτικά, η κυβερνητική στήριξη έχει παίξει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη όλων σχεδόν των θεμελιωδών τεχνολογιών του 20ού και του 21ου αιώνα. Αλλά οι κυβερνήσεις παίζουν κεντρικό ρόλο, ευρύτερα, στην ανάπτυξη όλων εκείνων των δυνατοτήτων για τις οποίες μιλά ο Sainsbury. Αυτό συμβαίνει επειδή σχεδόν οποιαδήποτε σημαντική νέα δυνατότητα έχει πτυχές δημόσιου αγαθού. Για παράδειγμα, η γνώση που αναπτύσσει μια εταιρεία θα ενσωματωθεί στους ανθρώπους που μπορεί να αποχωρήσουν για να εργαστούν σε μια αντίπαλη εταιρεία. Και πάλι, η ανάπτυξη ενός πράγματος θεμελιωδώς νέου είναι συχνά και ακριβή αλλά και ριψοκίνδυνη. Και αυτό, όμως, αιτιολογεί κάποια στήριξη.

Η βρετανική οικονομία έχει μια κρίση καινοτομίας και ως εκ τούτου και κρίση ανάπτυξης. Η κυβέρνηση πρέπει να εξετάσει τι θα κάνει γι’ αυτό. Γιατί, για παράδειγμα, επενδύουν τόσο λίγο οι βρετανικές επιχειρήσεις; Γιατί έχει το Ηνωμένο Βασίλειο μια σχετικά αδύναμη θέση στην κατασκευή υψηλής τεχνολογίας; Ποιοι κλάδοι και τεχνολογίες προσφέρουν τις καλύτερες ευκαιρίες για το μέλλον; Πώς θα πρέπει να συνδεθούν οι πανεπιστημιακές έρευνες με τις επιχειρήσεις; Η χώρα μένει πίσω. Αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν.