Γιατί η πανδημία είναι δώρο στους λαϊκιστές

H συνταγή της λιτότητας που ετοιμάζουν να εφαρμόσουν πολλές κυβερνήσεις για να συμμαζέψουν τα ελλείμματα μπορεί να δώσει νέα ώθηση στους εχθρούς της δημοκρατίας. Τα διδάγματα από την κρίση του 2008. Μόνη λύση, η μείωση των ανισοτήτων.

Του Philip Stephens

Για μια φευγαλέα στιγμή, μετά τη χρηματοοικονομική κρίση του 2008, η επικρατούσα αντίληψη ήταν ότι η ζημιά που προκάλεσε ο χρηματοοικονομικός καπιταλισμός της λογικής τού «όλα επιτρέπονται» ήταν προάγγελος μιας αναμόρφωσης της οικονομίας της αγοράς.

Τα τραπεζικά στελέχη θα χαλιναγωγούνταν και οι όροι του παιχνιδιού θα αναδιατάσσονταν για μια πιο δίκαιη διανομή των κερδών από την τεχνολογική καινοτομία και την παγκοσμιοποίηση. Οι καλές αυτές προθέσεις εγκαταλείφθηκαν όταν οι κεντρικές τράπεζες ξεκίνησαν να τυπώνουν χρήμα για να υπερασπιστούν το status quo.

Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες του κραχ ήταν τελικά πολιτικές. Με την ανάδειξη των ανισοτήτων του κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου, το κραχ δημιούργησε έναν στρατό υποστηρικτών των δεξιών και αριστερών λαϊκιστών, έτοιμο να συγκρουστεί ενάντια στις ελίτ. Τα κρατικά προγράμματα λιτότητας μείωσαν μισθούς και περιέκοψαν επιδόματα, διογκώνοντας τη δυσαρέσκεια των πιο αδύναμων οικονομικά. Η λαϊκή δυσαρέσκεια που οδήγησε στο Brexit και την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ δεν ήταν τυχαίο γεγονός.

Τέσσερα χρόνια αργότερα και σχεδόν ένα χρόνο μετά την πανδημία του κορωνοϊού, ο ουρανός φαίνεται ξαφνικά πιο φωτεινός. Τα εμβόλια έχουν καταστήσει δυνατή αν όχι την εξάλειψη της Covid-19, τουλάχιστον τον έλεγχό της. Είναι απολύτως εύλογο να φανταστεί κανείς ότι ως τα μέσα του 2021, τουλάχιστον στις πλούσιες κοινωνίες, η ζωή θα επιστρέψει σε σχεδόν φυσιολογικούς ρυθμούς. Οι οικονομίες θα ανεβάσουν ταχύτητα, η ανεργία θα αρχίσει να υποχωρεί και τα σύνορα θα ξανανοίξουν. Στον βαθμό που ο ιός επιβιώσει, θα είναι διαχειρίσιμος.

Υπήρξαν επίσης αχτίδες φωτός στο πολιτικό μέτωπο. Η εμφανής αποστροφή του κ. Τραμπ για το κράτος δικαίου και άλλες θεμελιώδεις δημοκρατικές αξίες αποτέλεσε δώρο για τους αυταρχικούς ηγέτες σε όλο τον πλανήτη. Η δημοκρατία βρέθηκε σε θέση άμυνας, αντιμετωπίζοντας προκλήσεις ακόμα και στην Ε.Ε., με την άνοδο του ανελευθερισμού στα πρώην κομμουνιστικά κράτη. Πώς να ταχθεί κανείς υπέρ των ανοικτών, ανεκτικών κοινωνικών, όταν ο ηγέτης της πιο ισχυρής δημοκρατίας στον κόσμο δεν μπορεί να κρύψει τον θαυμασμό του για τον Βλαντιμίρ Πούτιν της Ρωσίας;

Η εκλογική νίκη του Τζο Μπάιντεν στις ΗΠΑ αλλάζει τα δεδομένα. Ο εκλεγμένος πρόεδρος, ο οποίος είναι αποδεδειγμένα υπέρμαχος ενός διεθνούς συστήματος που λειτουργεί στη βάση κανόνων, θέλει οι φιλελεύθερες δημοκρατίες του πλανήτη να σχηματίσουν κοινό μέτωπο. Υπάρχει πολλή ρητορεία εδώ, αλλά το σημαντικό είναι πως οι αυταρχικοί ηγέτες έχασαν έναν σύμμαχο στον Λευκό Οίκο και ότι τα λόγια υπέρ της δημοκρατίας θα ακούγονται από τη σωστή πλευρά.

Ο κίνδυνος είναι ότι η ιστορία μπορεί να επαναληφθεί. Μας λένε ότι η καταστροφή που θα αφήσει πίσω της η πανδημία, όπως αυτή του χρηματοοικονομικού κραχ, θα είναι οικονομική, ορατή για μία ακόμα φορά στα βουνά κρατικού χρέους. Ωστόσο μια στενή αντίληψη του κόστους σε δολάρια και ευρώ κινδυνεύει να συσκοτίσει για μία ακόμα φορά τα δυνητικά υψηλότερα πολιτικά ρίσκα.

Τρισεκατομμύρια δολάρια έχουν δαπανηθεί για να αμβλύνουν το σοκ των lockdowns στην παραγωγή και την απασχόληση. Μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ξοδέψει 280 δισ. στερλίνες για να καλύψει το κόστος αυτό. Τα φορολογικά έσοδα έχουν συρρικνωθεί. Η μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων έχουν μειώσει τις επενδύσεις.

Και ενώ οι περισσότερες οικονομίες βρίσκονται ακόμα σε κάποιου είδους lockdown, τα υπουργεία Οικονομικών σε όλο τον κόσμο έχουν αρχίσει να σχεδιάζουν προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής για να επιτύχουν βιώσιμους προϋπολογισμούς. To ανησυχητικό είναι ότι όπως συνέβη και στον απόηχο του κραχ, τα σχέδια αυτά αναμένεται να ρίξουν το βάρος της όποιας λιτότητας θα ακολουθήσει την πανδημία στους λιγότερο εύπορους, τους ανθρώπους που έχουν πληγεί περισσότερο από την πανδημία, μέσω περικοπών στις δημόσιες δαπάνες.

Τα μεγαλύτερα θύματα της Covid-19 ήταν οι χαμηλόμισθοι, οι ανειδίκευτοι και όσοι έχουν επισφαλείς θέσεις εργασίας, οι περισσότεροι από αυτούς στον τομέα της φιλοξενίας και τη λεγόμενη gig economy. Πιο πάνω, ένα μεγάλο ποσοστό των ειδικευμένων εργαζομένων κατόρθωσαν να προσαρμοστούν στην εξ αποστάσεως εργασία ή έλαβαν στήριξη μέσω κρατικών προγραμμάτων. Πολλοί από τους σχετικά εύπορους είδαν τις αποταμιεύσεις τους να εκτοξεύονται κατά τη διάρκεια των lockdowns.

Mια λογική απάντηση από τους φορείς άσκησης πολιτικής θα ήταν να ανασταλεί η όποια δημοσιονομική σύσφιξη μέχρι οι οικονομίες να ανακτήσουν πλήρως το ΑΕΠ που έχασαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Τούτο θα διασφάλιζε ότι όπου είναι απαραίτητη η προσαρμογή, θα γίνει με τη μορφή αυξήσεων στους φόρους για τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα. Αντίθετα, η πρώτη αντίδραση των υπουργείων Οικονομικών ήταν να περικόψουν προγράμματα δαπανών που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη οι λιγότερο ευνοημένοι πολίτες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι πιο αδύναμοι οικονομικά καλούνται να πληρώσουν δύο φορές.

Τίποτα δεν θα μπορούσε να ήταν καλύτερο για να λάβει ο λαϊκισμός μια νέα ώθηση. Το κραχ του 2008 αποκάλυψε τις ανισότητες του laissez faire χρηματοοικονομικού καπιταλισμού. Η Covid-19 έκανε ορατή την τρομακτική επισφάλεια που χαρακτηρίζει τις ζωές αυτών που βρίσκονται στον πάτο της κοινωνίας.

Αν οι πολιτικοί είναι σοβαροί όσον αφορά τη διάσωση της δημοκρατίας, πρέπει να ξεκινήσουν διασφαλίζοντας έναν βαθμό ακριβοδικίας στον τρόπο που λειτουργεί η οικονομία.