Του Μιχάλη Ψύλου

Μια περίπλοκη γεωπολιτική κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή θα έχει να αντιμετωπίσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης όταν θα επισκέπτεται για πρώτη φορά τη Μόσχα στις 8 Δεκεμβρίου.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει βρεθεί το τελευταίο διάστημα στο μάτι του κυκλώνα από πολλές δυτικές κυβερνήσεις: Κάτι η ενεργειακή πολιτική της Μόσχας έναντι της Ευρώπης, κάτι η πολιτική που ακολουθεί ο Πούτιν στη Λευκορωσία, την Ουκρανία, στη σύγκρουση Αζερμπαϊτζάν-Αρμενίας, αλλά και η πιθανή συμπαραγωγή ρωσικών πυραύλων S-400 με την Τουρκία, όπως τουλάχιστον εξήγγειλε ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν – όλα αυτά έχουν φέρει τη Ρωσία πλέον στο επίκεντρο ενός γεωστρατηγικού «πόκερ», που αγγίζει και την Ελλάδα.

Ουδείς γνωρίζει αν μέχρι την επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Κρεμλίνο θα έχει λυθεί, για παράδειγμα, το πρόβλημα των χιλιάδων προσφύγων που έχουν εισρεύσει στα σύνορα Λευκορωσίας – Πολωνίας, με την καθοδήγηση του Λευκορώσου δικτάτορα, Αλεξάντερ Λουκασένκο, αλλά και με την ανοχή, μέχρι πρόσφατα, του Ερντογάν. Η χώρα μας έχει βρεθεί αντιμέτωπη με ανάλογες «υβριδικές» επιθέσεις από τη γειτονική Τουρκία, και τα μέτρα που θα λάβει η Ε.Ε. για την επίλυση της κρίσης με τη Λευκορωσία μπορεί να αποτελέσουν «μπούσουλα» και για την αντιμετώπιση πιθανών απειλών τέτοιου τύπου από την Άγκυρα.

Η κρίση στις πύλες της Ευρώπης είναι επίσης προς το συμφέρον του Κρεμλίνου: μπορεί να επιδείξει την ευρωπαϊκή διχόνοια με υποδειγματικό τρόπο – και εδώ, επίσης, προσφέρεται ως πιθανός μεσολαβητής.

Δυτικές κυβερνήσεις κατηγορούν το Κρεμλίνο ότι συγκεντρώνει στρατεύματα στα σύνορα με την ανατολική Ουκρανία, καθώς ο μεγαλύτερος φόβος της ρωσικής ηγεσίας είναι η απώλεια επιρροής στις ρωσόφωνες περιοχές του Ντονμπάς και του Κουσμπάς. Η Μόσχα «ελέγχει» ήδη τις αυτονομιστικές περιοχές στην ανατολική Ουκρανία: διανέμει ρωσικά διαβατήρια, το ρούβλι είναι το βασικό νόμισμα, ενώ επιτρέπει επίσης την ελεύθερη εισαγωγή προϊόντων από το Ντονμπάς. Στους ρωσικούς στρατιωτικούς κύκλους ο φόβος μιας επίθεσης από το ΝΑΤΟ θεωρείται μάλιστα υπαρκτός. Η Μόσχα βλέπει με ανησυχία την επιθυμία της Ουκρανίας να σφυρηλατήσει όλο και περισσότερους δεσμούς με τη Δύση. Σύμφωνα μάλιστα με Ρώσους αναλυτές, «η Δύση βλέπει την Ουκρανία ως ένα είδος “αντι-Ρωσίας”».

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης -η οποία για τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν ήταν η «μεγαλύτερη καταστροφή του 20ού αιώνα»- οι περισσότερες ανεξάρτητες χώρες που δημιουργήθηκαν στην Κεντρική Ασία δεν έχουν καταφέρει να απελευθερωθούν πλήρως από την επιρροή της Μόσχας. Το Κρεμλίνο χρησιμοποιεί άλλωστε το ειδικό του βάρος στην περιοχή, για να ενισχύσει τη γεωπολιτική του δύναμη, όσο γίνεται, σε ισότιμη βάση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μεσολάβηση στην κρίση Αζερμπαϊτζάν – Αρμενίας

Η Μόσχα βλέπει με ανησυχία επίσης την αναθέρμανση των συγκρούσεων ανάμεσα στην Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν, ακριβώς έναν χρόνο μετά την κατάπαυση του πυρός της 10ης Νοεμβρίου 2020, με την οποία υποτίθεται ότι είχε τερματιστεί ο δεύτερος πόλεμος για τον έλεγχο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η Ρωσία έχει αναπτύξει μια προστατευτική δύναμη στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ με 2.000 στρατιώτες, που ελέγχουν την εμπόλεμη ζώνη μεταξύ των δύο χωρών. Η Μόσχα στηρίζει μεν την Αρμενία, αλλά δεν θέλει να διακόψει τους δεσμούς και με το Αζερμπαϊτζάν, γνωρίζοντας και τις διαρκώς ενισχυόμενες σχέσεις του Μπακού με την Άγκυρα. Το Αζερμπαϊτζάν απολαμβάνει την πλήρη υποστήριξη της Τουρκίας, εξασφαλίζοντας έτσι σαφή στρατιωτική υπεροχή έναντι της Αρμενίας και σκοπεύει να το εκμεταλλευτεί για να επιτύχει τον κύριο στόχο του: τη σύνδεση της αυτόνομης αζέρικης περιοχής του Ναχετσιβάν με την υπόλοιπη εθνική επικράτεια, δημιουργώντας παράλληλα έναν διάδρομο προς τα σύνορα με την Τουρκία.

Ο ρόλος της Τουρκίας στον Καύκασο

Η νέα έκρηξη των συγκρούσεων στον νότιο Καύκασο έχει επίσης μια περιφερειακή πτυχή: Η Τουρκία προσπαθεί να καθιερωθεί ως σημαντικός παίκτης στην περιοχή. Ο πρόεδρος Ερντογάν εκμεταλλεύεται μάλιστα το γεγονός ότι η Μόσχα δεν θέλει αυτή τη στιγμή την αντιπαράθεση με την Άγκυρα. Σε μια περίοδο, μάλιστα, που ο Ερντογάν δυναμιτίζει συνεχώς τις σχέσεις του με τη Δύση.

Η Τουρκία δεν αποκλείεται να είναι η μεγάλη κερδισμένη. «Αν η Μόσχα ευλογήσει το άνοιγμα του διαδρόμου μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Ναχιτσεβάν, θα δώσει τη δυνατότητα στην Άγκυρα να κατοχυρώσει και γεωγραφικά τους δεσμούς της με την τουρκόφωνη Κεντρική Ασία», γράφει η ιταλική επιθεώρηση γεωπολιτικής «Limes». «Αν, από την άλλη, αυτή η πρωτοβουλία αποτύχει λόγω της ρωσικής απαγόρευσης, η Άγκυρα θα παρηγορηθεί, έχοντας εξασφαλίσει πλέον την οριστική διολίσθηση του Μπακού στην τουρκική σφαίρα επιρροής».