Του Martin Wolf

Η ΕΕ γεννήθηκε από την καταστροφή και έχει προοδεύσει μέσω των κρίσεων. Σήμερα, αντιμετωπίζει απειλές σε πολλά μέτωπα. Αν αποτύχει να σταθεί στο ύψος των προκλήσεων, μπορεί ακόμα και να διαλυθεί.

Ευτυχώς, η Angela Merkel το καταλαβαίνει αυτό. Η Γερμανίδα καγκελάριος παραμένει η έμπιστη ηγέτιδα της απαραίτητης Ευρωπαϊκής χώρας. Συμφωνώντας με τον Γάλλο πρόεδρο Emmanuel Macron για ένα ριζοσπαστικό νέο χρηματοοικονομικό σχέδιο, μετάλλαξε τις δυνατότητες της ΕΕ.

Είναι μια ακόμα στιγμή «whatever it takes», αυτή τη φορά προερχόμενη από τους ηγέτες της Ευρώπης, επιβεβαιώνοντας πως η Γερμανία και η Γαλλία θα αφήσουν την ΕΕ να καταρρεύσει μόνον εάν τα εκλογικά τους σώματα απορρίψουν τις ελίτ τους, όπως έκαναν οι Αμερικάνοι και οι Βρετανοί. Αλλά η ιστορία έχει σημαδέψει τους ανθρώπους των δυο αυτών χωρών υπερβολικά βαθιά για να διακινδυνεύσουν παρόμοιες παιδιάστικες πολιτικές.

Θυμηθείτε την ιστορία της ΕΕ. Η Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα και η Οικονομική Κοινότητα δημιουργήθηκαν ως αντίδραση στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ενιαία αγορά ήρθε ως απάντηση της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 1970. Η νομισματική ένωση συμφωνήθηκε το 1991 ως αντίδραση στη Γερμανική επανένωση. Η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και η μεταμόρφωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε μια σύγχρονη κεντρική τράπεζα, ήταν αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης της ευρωζώνης.

Τώρα έρχεται η οικονομική καταστροφή της Covid-19, με τις πρωτοφανείς ταχύτητας πτώσεις της παραγωγής που αναμένονται φέτος και με μια αβέβαιη ανάκαμψη στη συνέχεια. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά περισσότερα που απειλούν την ΕΕ. Μια εθνικιστική Αμερική έχει στραφεί κατά της ιδέας της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε με ελαφρά πηδηματάκια. Η Κίνα και η Ρωσία ακολουθούν μια πολιτική «διαίρει και βασίλευε». Και το σημαντικότερο, ίσως, είναι πως ο κακός χειρισμός της χρηματοπιστωτικής κρίσης της ευρωζώνης δίχασε τα κράτη μέλη και έστρεψε την Ιταλία, πάνω απ’ όλα, προς τον ευρωσκεπτικισμό. Μια δημοσκόπηση δείχνει πως σε περίπτωση δημοψηφίσματος για «Italexit», το 42% των Ιταλών θα ψήφιζαν τώρα υπέρ της αποχώρησης.

Η Covid-19 έχει πλήξη άνισα τα μέλη της ΕΕ, σε όρους θανάτων και προβλεπόμενων οικονομικών επιπτώσεων. Η κοινή αντίληψη στις προβλέψεις είναι πως το ΑΕΠ της Ιταλίας θα συρρικνωθεί κατά 11%, έναντι του 7% της Γερμανίας, φέτος. Πιθανόν να είναι και χειρότερα. Η ΕΚΤ είναι έτοιμη να δράσει, για να διατηρηθούν τα spreads των κρατικών ομολόγων σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Όμως, με την απίστευτη πράξη ανεξαρτησίας του από τη νομική τάξη της ΕΕ, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας υπονόμευσε την αξιοπιστία της ΕΚΤ.

Μόνο με αυτό το επικίνδυνο φόντο μπορεί κανείς να κατανοήσει την πρόταση των ηγετών της Γερμανίας και της Γαλλίας για ένα νέο ταμείο 500 δισ. ευρώ και την επακόλουθη πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για 750 δισ. ευρώ, σε αυτό που αποκαλεί «η ΕΕ της Επόμενης Γενιάς». Ως αντίδραση στην άμεση κρίση, αυτό μπορεί να μην είναι αποφασιστικό. Αλλά σε όρους του μακροπρόθεσμου μέλλοντος, μετασχηματίζει συμβολικά και πρακτικά την ΕΕ –αν δεν αποτελεί μια «στιγμή Hamilton» (*). Οι δυο αυτοί ηγέτες σχεδιάζουν να κάνουν ό,τι χρειαστεί για να διατηρήσουν την ΕΕ· και αυτό θα πρέπει για μια ακόμα φορά να είναι αρκετό.

Η ΕΕ είναι η θεσμική ενσάρκωση της πολιτικής βούλησης. Το 2012, απάντησα στον ευρύτερο σκεπτικισμό στους αμερικανικούς χρηματοοικονομικούς κύκλους ως προς την επιβίωση της ευρωζώνης, σημειώνοντας πως ο Alexis de Tocqueville, γράφοντας τη δεκαετία του 1830, αμφισβήτησε αν οι ΗΠΑ μπορούν να επιβιώσουν της αποσκίρτησης των πολιτειών. Όμως ο Βορράς αποδείχθηκε πως είχε και την απαιτούμενη βούληση, αλλά και την απαιτούμενη ισχύ. Ομοίως, υπάρχει μια τάση οι «απ’ έξω» να υποτιμούν το τι σημαίνει για τα μέλη του πυρήνα η ΕΕ. Αυτή η συμφωνία αποτελεί μια υπενθύμιση αυτού.

Στο άμεσο μέλλον, η απάντηση στην οικονομική κρίση πιθανότατα θα προέρχεται από τις εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές, αν και με τη στήριξη της ΕΚΤ. Και η ΕΚΤ, όμως, έχει ενισχυθεί από την γαλλογερμανική πρόταση, η οποία έχει πλέον καταλήξει στο νέο σχέδιο της Κομισιόν. Οι τέσσερις «σκληροί» (η Ολλανδία, η Αυστρία, η Δανία και η Σουηδία» θα προσπαθήσουν να το σταματήσουν. Μπορεί να περιμένει κανείς πως θα αποτύχουν.

Το νέο ταμείο της Κομισιόν αφορά σε επιχορηγήσεις 440 δισ. ευρώ (ένα κρίσιμης σημασίας στοιχείο), εγγυήσεις 60 δισ. ευρώ και δάνεια 250 δισ. ευρώ. Τα δυο τρίτα των επιχορηγήσεων θα διοχετευτούν μέσω ενός εργαλείου «ανάκαμψης και ανθεκτικότητας». Οι πόροι θα αντληθούν από τις κεφαλαιαγορές στο διάστημα 2021-2024, και θα εκταμιευτούν σε βάθος αρκετών ετών. Πρόκειται για ποσό που πλησιάζει το 1,8% του ΑΕΠ της ΕΕ σε διάστημα τριών ετών.

Πηγή: FT.com