Προβληματική για την καταγραφή της επιδημιολογικής εικόνας της χώρας είναι η πορεία του συνολικού αριθμού των τεστ που διενεργούνται αλλά και η μεγάλη μείωση των τεστ μοριακού τύπου, λέει στο tvxs.gr η καθηγήτρια Επιδημιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθηνά Λινού.

Μια προσεκτική ανάγνωση στους σχετικούς πίνακες του ΕΟΔΥ αρκεί για να γίνει φανερή η απόφαση της κυβέρνησης για έμφαση στα γρήγορα τεστ αντιγόνου, τα όρια αξιοποίησης των οποίων έχουν διαπιστωθεί ως περιορισμένα.

Αν κάποιος ανατρέξει στις ημερήσιες εκθέσεις επιδημιολογικής επιτήρησης λοίμωξης από το νέο κορονοϊό (COVID-19) του ΕΟΔΥ και συγκεκριμένα στον τελευταίο πίνακα του κάθε εγγράφου που ξεκινά με τη φράση «δείγματα που έχουν ελεγχθεί», μπορεί εύκολα να εξάγει δύο βασικά συμπεράσματα: Πρώτον, ότι ο συνολικός αριθμός των τεστ μειώνεται τις τελευταίες ημέρες. Δεύτερον, ότι από τα μέσα Οκτώβρη η αναλογία των rapid (RAPID AG TESTS) προς αυτά μοριακού τύπου (RT-PCR) αυξάνεται σταθερά υπέρ των πρώτων. Μάλιστα ο αριθμός των μοριακού τύπου τεστ, η αξιοπιστία των οποίων είναι σαφώς υψηλότερη από αυτή των rapid, όχι μόνο μειώνεται αλλά η έναρξη της καθόδου τους συμπίπτει χρονικά με την κορύφωση της πανδημίας στη χώρα, στα μέσα του Νοέμβρη.


 
Συγκεκριμένα, από τα μέσα Οκτωβρίου αυξάνεται σημαντικά ο συνολικός αριθμός των ημερήσιων τεστ με αποτέλεσμα να διατηρείται στο επίπεδο των 20.000 – 24.000 για περίπου δύο εβδομάδες. Εξαίρεση η 28η Οκτωβρίου, εθνική εορτή στην οποία αν και ημέρα Τετάρτη έγιναν τεστ «Κυριακής». Από αυτά τα κατά μέσο όρο 22.000 τεστ, περί τα 1000 με 4000 είναι γρήγορα τεστ αντιγόνου (rapid tests), με αποτέλεσμα η αναλογία rapid προς μοριακά, εντελώς προσεγγιστικά, να κυμαίνεται στο 1,2 προς 10.
 
Στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοέμβρη παρατηρούμε αύξηση των μοριακών τεστ, περί τις 25.000 τις καθημερινές, αλλά και των rapid (περί τις 5 με 7 χιλιάδες καθημερινά) κι άρα αύξηση του συνολικού αριθμού των τεστ. Ωστόσο η αναλογία rapid προς μοριακά, και πάλι εντελώς προσεγγιστικά, αλλάζει υπέρ των rapid, με το λόγο να υπερβαίνει το 2 προς 10.
 
Σημείο καμπής ήταν η εβδομάδα «του Πολυτεχνείου», από 16 έως 20 Νοεμβρίου, κατά την οποία ενώ συνεχίζεται η αυξητική τάση του συνολικού αριθμού τεστ, πάνω από 30.000 σχεδόν όλες τις καθημερινές, ο αριθμός των μοριακών μειώνεται. Μόνο μία ημέρα εκείνη την εβδομάδα έγιναν πάνω από 25.000 μοριακού τύπου τεστ. Αντίθετα, ο αριθμός των rapid αυξάνεται σημαντικά, κυμαινόταν περί τις 7.000 καθημερινά.
 
Η τάση που ξεκίνησε την εβδομάδα «του Πολυτεχνείου» κλιμακώθηκε τις επόμενες τρεις εβδομάδες που έχουν ακολουθήσει. Μάλιστα την εβδομάδα 30/11 με 4/12 μειώθηκε και ο συνολικός αριθμός των τεστ, μετά από επτά συνεχόμενες εβδομάδες διαρκούς ανόδου. 
 
Η ανοδική τάση του συνολικού αριθμού αποκαταστάθηκε την τελευταία εβδομάδα (7-11/12), όμως η αναλογία των rapid προς τα μοριακού τύπου έχει φτάσει ή ίσως ξεπεράσει το 9 προς 10, με τα rapid να ξεπερνούν ορισμένες ημέρες τα 15.000 και τα μοριακού τύπου να κυμαίνονται από 16.000 έως το 19.000, επίπεδα δηλαδή χαμηλότερα από τα αντίστοιχα στα μέσα Οκτωβρίου. 
 
Άλλαξαν τα γραφήματα για να παραπέμπουν σε πρόσθεση
 
Ενδεικτικό της μεγάλης αλλαγής που έχει εφαρμοστεί από την κυβέρνηση στην αναλογία μεταξύ rapid και μοριακού τύπου τεστ είναι και η αλλαγή στη γραφική αναπαράσταση που αναγκάστηκε να κάνει ο ΕΟΔΥ από τις 10 Δεκεμβρίου. Μέχρι τότε οι μπάρες των αριθμών των rapid εμφανιζόταν πάνω από τις αντίστοιχες των τεστ μοριακού τύπου, κρύβοντας τη βάση τους. Με αυτό τον τρόπο αναπαράστασης, δεν έμπαινε ζήτημα συνολικού αριθμού, πάνω στη λογική ότι η λειτουργία των μεν με τα δε είναι διαφορετική. 
 
Όταν η αναλογία των των rapid προς τα μοριακού τύπου άρχιζε να αλλάζει υπέρ των πρώτων, άρχισε να τίθεται το πρόβλημα ότι οι μπάρες των rapid «έκρυβαν» σημαντικό μήκος των μπαρών των μοριακών. Κι έτσι μαζί με την καταφανέστατη στροφή της κυβέρνησης προς τα γρήγορα τεστ αντιγόνου εις βάρος των τεστ μοριακού τύπου, οι γραφίστες του ΕΟΔΥ άρχισε να εμφανίζει τις μπάρες των rapid «καθήμενες» πάνω στις αντίστοιχες των τεστ μοριακού τύπου, παραπέμποντας καθαρά στη λογική του αθροίσματος.
 

Αθηνά Λινού: «Με ανησυχεί γιατί μειώνονται τα μοριακά τεστ»
 
Για την καθηγήτρια Επιδημιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Αθηνά Λινού η διενέργεια πολλών γρήγορων τεστ αντιγόνου και η αύξηση του λόγου rapid προς μοριακού τύπου τεστ δεν είναι απαραίτητα αρνητική επιλογή. «Όσο περισσότερα τεστ γίνονται, κάθε τύπου, τόσο καλύτερη εικόνα έχουμε», είπε στο tvxs.gr.
 
«Αυτό όμως που με ανησυχεί είναι η μείωση του αριθμού των τεστ μοριακού τύπου αλλά και η μείωση του συνολικού αριθμού των τεστ», σημείωσε η καθηγήτρια. «30.000 είναι μικρός αριθμός, έπρεπε να ήταν σαφώς μεγαλύτερος για όλη τη χώρα», πρόσθεσε η κα. Λινού.
 
Υπενθυμίζεται ότι η Αθηνά Λινού είναι από μία από τους λίγους επιστήμονες που έχουν υπογραμμίσει την ανάγκη πολλαπλασιασμού των ελέγχων ακόμα και της συνταγογράφησης του τεστ μέσω ΕΟΠΥΥ, προκειμένου να καταγράφεται καλύτερα η επιδημιολογική κατάσταση στη χώρα.

 Η… σύντομη ιστορία των rapid τεστ
 
Τον περασμένο Σεπτέμβριο η κυβέρνηση είχε επικοινωνήσει ως σημαντικό επίτευγμα την προμήθεια 200.000 γρήγορων τεστ αντιγόνου. «Τα ταχέα αντιγόνα, που η πατρίδα μας είναι μια από τις πρώτες χώρες στην Ευρώπη που τα προμηθεύεται, θα χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με τις οδηγίες των επιστημόνων της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, τόσο στην καθημερινή κλινική πράξη την περίοδο του χειμώνα, όσο και για τη διερεύνηση επιδημιών», αναφερόταν στη σχετική ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών.
 
Στα τέλη του ίδιου μήνα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, απαντώντας σε ερώτημα του tvxs.gr, αποφάνθηκε ότι «τα αντιγονικά test αποτελούν έναν εύχρηστο, ταχύτερο και φθηνότερο τρόπο εξέτασης για τη νόσο COVID – 19, αλλά μέχρι στιγμής δεν είναι τόσο αξιόπιστα όσο τα μοριακά NAATγενικά RT – PCR tests».

 Επίσης σε σχετικό ρεπορτάζ του Τάσου Τέλλογλου, στην «Καθημερινή» από τις 23 Νοεμβρίου διαβάζουμε: «Ευρωπαϊκές πηγές σημείωναν μιλώντας στην «Κ» ότι αυτά τα τεστ χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον με λανθασμένο τρόπο σε μαζικές δειγματοληπτικές εξετάσεις, όπως συνέβη σε πλατείες της Θεσσαλονίκης, της Αθήνας, ή ακόμη και σε περιπτώσεις ελέγχων «drive in», χωρίς προηγουμένως να έχουν επιλεγεί οι ελεγχόμενοι «στόχοι», πρακτική που οδηγεί προφανώς κάποια αποτελέσματα εξεταζομένων σε «ψευδώς αρνητικά». Δύο μέλη της αρμόδιας επιστημονικής επιτροπής ειδικών που συμβουλεύει την ελληνική κυβέρνηση επισήμαναν πως οι «ειδικοί έχουν επανειλημμένως προειδοποιήσει για κατάχρηση των rapid, που μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο συμπληρωματικά με τα τεστ μοριακού ελέγχου»». 
 
Φαίνεται λοιπόν πως η κυβέρνηση επιλέγει να συνεχίσει την αυξανόμενη χρήση των rapid test με ταυτόχρονη μείωση των τεστ μοριακού τύπου, κόντρα στις εισηγήσεις ειδικών, αγνοώντας ακόμα και σοβαρά ρεπορτάζ του συμπολιτευόμενου Τύπου. Μπροστά σε αυτή την παράδοξη και υγειονομικά τουλάχιστον «ανησυχητική» κατά Λινού επιλογή, που έως τώρα μένει και χωρίς πειστική εξήγηση, ποιός μπορεί να καταρρίψει την εκτίμηση έμπειρου αναλυτή που λέει για τα rapid τεστ ότι «τα κάνουν μαζικά για να τα ξεφορτωθούν»;