Σε ηλικία 72 ετών άφησε την τελευταία του πνοή ο σπουδαίος καλλιτέχνης, Θάνος Μικρούτσικος, o οποίος έδινε μάχη με τον καρκίνο. Το τελευταίο διάστημα νοσηλευόταν στο «Metropolitan», έχοντας δίπλα του όλη την οικογένειά του.

Γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1947 στη Πάτρα, στην οδό Κορίνθου και Αράτου. Ηταν Κυριακή του Πάσχα. Μεγάλωσε σε μία αστική οικογένεια. Ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Ανδρέα Μικρούτσικου. Η πρώτη λέξη που άρθρωσε ως παιδί ήταν φως. Είχε πολλούς ήρωες, άλλους εποχικούς, άλλους διαχρονικούς. Μικρό παιδί είχε κολλήσει με τον Ρομπέν των Δασών, ενώ από μια ηλικία και μετά ο Κάρολος Μαρξ έγινε ο προσωπικός του ήρωας. Δεν πίστεψε ποτέ στον Θεό, αλλά σεβόταν απολύτως όσους πίστευαν και είχαν ανάγκη να πιστέψουν σε αυτόν. Λάτρευε την ιστορία και θεωρούσε ότι ο άνθρωπος χωρίς ιστορική συνείδηση, χωρίς γνώση του παρελθόντος, δεν μπορεί να προχωρήσει στο μέλλον, να πάει μπροστά.

Ο παππούς του είχε ένα εργοστάσιο ζυμαρικών, το οποίο το 1937, πριν γεννηθεί, χρεοκόπησε. Μία ημέρα, το 1951, ο Θάνος Μικρούτσικος τεσσάρων χρονών επισκέφθηκε τη θεία του, την Ηλέκτρα, η οποία ήταν σπουδαία πιανίστρια.

Πριν από λίγα χρόνια, είχε χάσει τον σύζυγό της Αριστείδη Μικρούτσικο, ο οποίος ταλαιπωρήθηκε πολύ από την αρρώστια της εποχής, τη φυματίωση. «Οταν ανέβηκα τα εβδομήντα σκαλιά του σπιτιού της λαχανιασμένος, με κοίταξε, με πήρε από το χέρι και με πήγε στο ένα πιάνο. Άρχισε να παίζει ένα “Impromptu” του Σούμπερτ. Εγώ κοίταζα αποσβολωμένος. Τότε μου λέει: “Τώρα, θα το παίξεις εσύ”. Τοποθετεί το δεξί μου χέρι πάνω στο πιάνο και αρχίζει να καθοδηγεί τα δάχτυλά μου με τα δικά της. Ακόμα και τώρα που το αφηγούμαι ανατριχιάζω. Νιώθω την ίδια ηλεκτρική εκκένωση που με είχε διαπεράσει εκείνη τη στιγμή και δεν μου άφηνε καμία αμφιβολία για το τι δρόμο θα ακολουθούσα στη ζωή μου. Αυτή η εμπειρία με τη θεία Ηλέκτρα ήταν το σημείο μηδέν της μετέπειτα μουσικής μου πορείας» είχε αναφέρει στο philenews.com.

Μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον όπου δεχόταν μουσικές επιρροές, ξεκίνησε τις μουσικές σπουδές του σε μικρή ηλικία στη Φιλαρμονική Εταιρεία της Πάτρας και στο Ελληνικό Ωδείο (θεωρία και πιάνο). Εδειξε έφεση στα γράμματα από νεαρή ηλικία και μετά τις εγκύκλιες σπουδές του, ακολούθησαν οι σπουδές και η αποφοίτηση του από το Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα μελέτησε αρμονία, αντίστιξη και σύνθεση με τον καθηγητή- συνθέτη Γ. Α. Παπαϊωάννου. Στη διάρκεια της επιτυχημένης του καριέρας, ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη μουσικής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘60, παίζει για πρώτη φορά σε μπουάτ. Με πυλώνες της αισθητικής του αντίληψης τους Μάνο Χατζιδάκι και Μίκη Θεοδωράκη σε ηλικία 20 χρονών γράφει τα πρωτόλειά του, γύρω στα 150 τραγούδια, τα οποία είναι μέχρι σήμερα ανέκδοτα. Τότε δεν είδαν το φως της δημοσιότητας εξαιτίας της λογοκρισίας. Ο ίδιος, όμως, θεωρεί ευτυχές το γεγονός, μια και τα έχει χαρακτηρίσει μιμητικά των προαναφερθέντων δημιουργών.

Απ’ την αρχή, όμως, που συνέβαιναν όλα αυτά μπήκε στη ζωή του και η ποίηση. Ηθικός αυτουργός ο πατέρας του, που, κρατώντας με στην αγκαλιά του από τα πέντε του χρόνια, του διάβαζε ποιήματα σχεδόν κάθε βράδυ. «Από τότε θυμάμαι απ’ έξω ολόκληρο τον Καρυωτάκη, αλλά και Καβάφη και Ρίτσο και όλους σχεδόν τους ελάσσονες ποιητές, που δεν είναι όσο ελάσσονες τους είπαν. Η ποίηση έγινε η δεύτερη διάσταση στην καθημερινότητά μου. Κάποιες φορές έπιανα τον εαυτό μου να μιλάει με στίχους. Αλλά, μη σας παρασύρω σε κάποια εξιδανίκευση του εαυτού μου. Φυσιολογικό παιδί ήμουν, σας διαβεβαιώνω. Με τα παιχνίδια μου μικρός, με τον αθλητισμό και τους έρωτές μου έφηβος, με τις διαδηλώσεις στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου και στο πανεπιστήμιο» είχε δηλώσει ο Ελληνας μουσικοσυνθέτης στον «Ριζοσπάστη».

Ξεκίνησε να συνθέτει στα τέλη της δεκαετίας του 1960, αλλά επίσημα εμφανίστηκε το 1975, με το δίσκο «Πολιτικά τραγούδια». Συνέχισε την πορεία του ως στρατευμένος δημιουργός μελοποιώντας Γιάννη Ρίτσο, Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Μάνο Ελευθερίου, Μπέρτολτ Μπρεχτ και άλλους. Οι δίσκοι του «Καντάτα για τη Μακρόνησο», «Φουέντε Οβεχούνα», «Τροπάρια για Φονιάδες», «Μουσική πράξη στον Μπρεχτ» είναι χαρακτηριστικοί του ριζοσπαστικού κλίματος των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων. Ειδικά, η «Καντάτα για τη Μακρόνησο», έργο πρωτοποριακό για την εποχή του, όπου ο συνθέτης πειραματίστηκε πάνω στην ατονική μουσική, γνώρισε διακρίσεις σε διεθνή φεστιβάλ και συνοδεύτηκε από την ερμηνεία της Μαρίας Δημητριάδη.

Αργότερα, με τον δίσκο «Σταυρός του Νότου», σε ποίηση Νίκου Καββαδία, ανοίχτηκε σε ευρύτερη τραγουδιστική θεματική, υπηρετώντας παράλληλα το θέατρο, καθώς και την ηλεκτρονική και ατονική μουσική. Με την ίδια αγάπη πάντα για τον έμμετρο λόγο συνέχισε να μελοποιεί Γιάννη Ρίτσο, Αλκη Αλκαίο, Κώστα Τριπολίτη, Φρανσουά Βιγιόν, Κωνσταντίνο Καβάφη κι άλλους. Ακόμα, είχε παρουσιάσει την όπερα «Ελένη» και είχε μελοποιήσει παραμύθια.

«Η τέχνη, ξέρετε, είναι μια μορφή εργασίας που εμπεριέχει τη γνώση. Για να γεννηθεί ένα έργο τέχνης χρειάζεται και το ταλέντο και η γνώση. Ετσι λειτουργώ. Αποθηκεύω συναισθήματα και κάποια στιγμή ο μηχανισμός -δεν ξέρω αν είναι πρώτα το μυαλό, η καρδιά ή το χέρι- ενεργοποιείται, αντλώντας από την αποθήκη. Ενώ, λοιπόν, εργάζομαι ακατάπαυστα, δεν κρίνω σκόπιμο να αποτυπώνω σε δίσκους όλα τα έργα μου» είχε υπογραμμίσει στην «Αυγή».

Ο Θάνος Μικρούτσικος είχε συνεργαστεί σχεδόν με όλους τους κορυφαίους Έλληνες τραγουδιστές, όπως οι Χάρις Αλεξίου, Μανώλης Μητσιας, Δημήτρης Μητροπάνος, Δήμητρα Γαλάνη, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας και πάρα πολλοί ακόμα.