Υπό το φως τουρκικών διπλωματικών κινήσεων προς ομαλοποίηση των ταραγμένων σχέσεων Άγκυρας – Καΐρου, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν κρύβει τη δυσαρέσκειά του για τις καλές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου.

Επικαλούμενος ιστορικούς δεσμούς μεταξύ των λαών Τουρκίας και Αιγύπτου, ο Ερντογάν δήλωσε πως αποτελούν πηγή θλίψης για την Τουρκία προσπάθειες να δημιουργηθεί με το ζόρι αλληλεγγύη μεταξύ Αιγυπτίων και Ελλήνων, όπως μεταδίδει στην ηλεκτρονική της πύλη η τουρκική εφημερίδα Hurriyet.

Οι δηλώσεις Ερντογάν ήλθαν κατόπιν των πρώτων διερευνητικών επαφών μεταξύ Άγκυρας και Καΐρου σε υψηλό επίπεδο εδώ και μία οκταετία έντασης, με τον Τούρκο πρόεδρο να κάνει λόγο για «θετικές» συνομιλίες και διεύρυνση της διαδικασίας ομαλοποίησης των διμερών σχέσεων -με προσδοκία μελλοντικής συνάντησης σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών.

«Μία νέα διαδικασία έχει ξεκινήσει. Όπως είναι γνωστό, εγκαινιάστηκε μέσω των υπηρεσιών πληροφοριών και έπειτα μέσω των υπουργείων Εξωτερικών. Αυτή η διαδικασία θα συνεχιστεί και θα διευρυνθεί» ανέφερε ο Ερντογάν μετά την καθιερωμένη προσευχή της Παρασκευής.

«Η στάση μας απέναντι στον αιγυπτιακό λαό είναι πολύ, πολύ θετική. Προσπαθούμε να συνεχίσουμε την ιστορική μας σχέση με την Αίγυπτο, όχι ως αντίπαλοι αδελφοί, αλλά ως φίλοι» συνέχισε ο ίδιος.

Οι πρώτες πολιτικές διαβουλεύσεις μεταξύ των δύο χωρών από τα μέσα του 2013 έλαβαν χώρα στο Κάιρο υπό τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών, Σεντάτ Ονάλ, και τον Αιγύπτιο ομόλογό του.

«Οι συνομιλίες ήταν ειλικρινείς και σε βάθος. Αφορούσαν διμερή ζητήματα, καθώς και έναν αριθμό περιφερειακών θεμάτων, ιδίως την κατάσταση στη Λιβύη, τη Συρία, το Ιράκ και την ανάγκη να επιτευχθεί ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου» αναφέρεται στην κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν τα υπουργεία Εξωτερικών των δύο χωρών μετά τις συνομιλίες.

Σχολιάζοντας το περιεχόμενο των διαβουλεύσεων, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, δήλωσε σήμερα, Παρασκευή, σε συνέντευξή του στο δίκτυο TRT ότι επρόκειτο για «θετικές» συνομιλίες και θα συνεχιστούν οι συζητήσεις επί των βημάτων που μπορούν να γίνουν προς ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων το προσεχές διάστημα.