H παραοικονομία εξακολουθεί να είναι εκτεταμένη στην Ευρώπη, παρά τη μείωσή της την τελευταία δεκαετία και εξελίσσεται σε μία μεγάλη «πληγή», για την οποία όπως φαίνεται δεν έχει βρεθεί ακόμη η κατάλληλη θεραπεία. Η έκταση του προβλήματος διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα, χτυπώντας «κόκκινο» στην περιοχή των Βαλκανίων. Απογοητευτική η εικόνα και για την Ελλάδα.

Όπως προκύπτει από έκθεση του ΔΝΤ για τη λεγόμενη και «σκιώδη» οικονομία της Ευρώπης, το μέγεθός της παραμένει κοντά στο 15%-20% του ΑΕΠ στις ανεπτυγμένες οικονομίες και στο 30%-35% σε αναδυόμενες οικονομίες, ενώ σε μεμονωμένες περιπτώσεις υπερβαίνει και το 40%. Αν και η Ελλάδα ανήκει στις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες το μέγεθος της παραοικονομίας της θυμίζει αναδυόμενης οικονομίας, καθώς διαμορφώθηκε στο 30,2% το 2016, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία.


Μάλιστα ενώ συνολικά στην Ευρώπη η παραοικονομία έχει μειωθεί σημαντικά από το 2000 στη χώρα μας παρουσιάζει στο ίδιο διάστημα αύξηση. Το 2000 ήταν στο 28,1% του ΑΕΠ, το 2008 κορυφώθηκε στο 31% για να διατηρηθεί πολύ κοντά σε αυτά τα επίπεδα καθόλη τη διάρκεια της κρίσης. Tην ανιούσα ακολούθησε η σκιώδης οικονομία τη συγκεκριμένη περίοδο και σε Κύπρο, Κροατία και Σερβία.

Η παραοικονομία είναι ένας παράγοντας που μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη- ειδικά σε φτωχά κράτη- βραχυπρόθεσμα και να προσφέρει εισόδημα σε νοικοκυριά που δεν έχουν πηγές εσόδων. Όσο ωστόσο αφήνεται να μεγαλώνει τόσα περισσότερα εμπόδια βάζει στην μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και το κόστος της «φουσκώνει», προειδοποιεί το ΔΝΤ. Στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας, χαμένα έσοδα από φόρους και εισφορές, κακές δημόσιες υπηρεσίες και απουσία πρόσβασης σε χρηματοδότηση είναι ορισμένες μόνο από τις παρενέργειές της.

Με τα κρατικά ταμεία να χάνουν πολύτιμους πόρους, μένουν σε χαμηλά επίπεδα και οι δαπάνες για το κοινωνικό κράτος, την παιδεία και την υγεία. Το πλήγμα για τους πολίτες είναι επομένως πολλαπλό. Σοβαρό το κόστος και για το επιχειρείν, αφού όσο η παραοικονομία δεν πατάσσεται αρκετές εταιρείες έχουν κίνητρο να παραμένουν μικρές, για να ξεφεύγουν και πιο εύκολα από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Και το πρόβλημα δεν σταματά εκεί. Οι επιχειρήσεις που επιλέγουν να μείνουν μικρότερες από την επαρκή κλίμα παραγωγής, δαπανούν βεβαίως και πολύ λιγότερα σε έρευνα, ανάπτυξη, καινοτομία. Αυτό με τη σειρά του λειτουργεί ως τροχοπέδη σε κάθε προσπάθεια τόνωσης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Το γεγονός επομένως ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται πολύ χαμηλά στους δείκτες που μετρούν καινοτομία και ανταγωνιστικότητα εξηγείται εν μέρει από την «φουσκωμένη» παραοικονομία της.

Όσο για το τι «θρέφει» την παραοικονομία, αν και τα αίτιά της δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστούν, σύμφωνα με την έκθεση παρατηρείται ότι είναι αισθητά μεγαλύτερη (και με υψηλότερο κόστος) σε χώρες με χαμηλές βαθμολογίες στο ρυθμιστικό περιβάλλον και τη φορολογική διοίκηση, χαμηλή παραγωγικότητα και εμπόδια στο εμπόριο.