Του Γιώργου Λακόπουλου

Τα καλύτερα παιδιά του Συλλόγου Αγιοποίησης Μητσοτάκη βγήκαν στα ΜΜΕ για να σώσουν οτιδήποτε αν σώζεται από το διασυρμό του – με την αντίδραση του στις ερωτήσεις της Ολλανδής δημοσιογράφου.

Παραβλέποντας ότι ο Πρωθυπουργός διέσυρε και την ελληνική Δημοσιογραφία και καλό είναι να μην τον επιβεβαιώνουν, συντονίστηκαν εναντίον της. Και αντί για την ουσία εστίασαν στο ύφος της, πράγματι επιθετικό.

Οι πιο αγοραίοι της έσυραν τα εξ αμάξης, αλλά τους πρόλαβε ο πανάθλιος Τσιάρτας: «Η γριά Ολλανδέζα στην προσπάθειά της να υποστηρίξει τους «επιβήτορες» απλά ξεφτιλίστηκε».

Οι πιο σοφιστικέ περιορίσθηκαν σε αναλύσεις περί διαγραμμάτου για τον … μη δημοσιογραφικό χαρακτήρα της ερώτησης και την πρωθυπουργική επίδειξη «αξιοπρέπειας » και «ετοιμότητας».

Διόλου περίεργο αν ληφθεί υπόψη πόσο δημοσιογραφικές είναι οι ερωτήσεις που τίθενται συνήθως στις εγχώριEς συνεντεύξεις του Κυριάκου. Ιδίως αν τις έχουν «μοιράσει» εκ των προτέρων οι συνεργάτες του, όπως συνέβη στη ΔΕΘ. Ή όταν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι τον εφοδιάζουν σκονάκια.

Ήταν «απρεπής» ο τόνος διατύπωσης της ερώτησης; Μπορεί. Αλλά δεν είναι αυτή η ουσία του θέματος που τέθηκε. Ο Πρωθυπουργός κρίνεται, όχι η δημοσιογράφος. Αν δεν αρέσουν οι τρόποι της να μην την κάνουν παρέα.

Η δημοσιογραφία «τσάι και συμπάθεια για τον Πρωθυπουργό», στην οποία ΄έχει υποχρεώσει η κυβέρνηση -με τη λίστα Πέτσα και κοινοτικό και κρατικό χρήμα προς του μιντιάρχες – δυσκολεύεται να κατανοήσει ότι υπάρχουν και δημοσιογράφοι που αναζητούν την αληθεια και τίποτε άλλο. Ακόμη και όταν «προσβάλλουν» κάποιον που θεωρούν ότι ψεύδεται κατ’ επάγγελμα.

Ο Μητσοτάκης της είπε ότι «έχετε μια παράδοση να ρωτάτε ευθείες ερωτήσεις στους πολιτικούς «. Εξευτελίζοντας πολλούς και διάφορους στα καθ’ ημάς, αφού έδειχνε με ποιους έχει να κάνει συνήθως: Φίλους και υπαλλήλους φίλων. Όχι με ανεξάρτητους της ενημέρωσης, που ρωτούν ό,τι κρίνουν και όπως κρίνουν, χωρίς να σκέφτονται αν αρέσουν…

Η ουσία είναι ότι, αν για το περιστατικό δεν μπορεί να υπερηφανεύεται η ελληνική δημοσιογραφία, με όσα ακολούθησαν από δημοσιογράφους η κατάσταση της έγινε χειρότερη.

Αντί να δουν το φεγγάρι πήγαν να δαγκώσουν το δάκτυλο ορισμένοι. Και κατά τη συνήθειά τους αποδέχθηκαν ως αληθή όσα είπε ο Πρωθυπουργός. Όχι και να τον αμφισβητήσουν… Είναι…αγένεια.

Η κυρία Ίνγκεμποργκ Μπέγκελ έβαλε τα γυαλιά σε πολλούς από όσους την έβρισαν στη συνέχεια , για να υπερασπιστούν τον Μητσοτάκη- σαν να είναι αυτή η δουλειά τους. Αν και για κάποιους μάλλον είναι.

Δεν πρόσεξαν όμως ότι εκτός από τη δημοσιογράφο -και τον εκνευρισμό που του έφερε η αδυναμία του να απαντήσει -είχε και άλλον αντίπαλο: τον παρακείμενο Ολλανδό Πρωθυπουργό, που απάντησε στις ίδιες ερωτήσεις από τη ίδια δημοσιογράφο, με ευπρέπεια και επί της ουσίας. Εξ ου και δεν έγινε διεθνές θέμα.

Το πρόβλημα με τους Μητσοτακοφύλακες των εγχώριων ΜΜΕ είναι ότι κανείς δεν μπορεί να συγκρουστεί με την αληθεια και να φύγει χωρίς μώλωπες.

Ότι η ελληνική κυβέρνηση λέει ψέματα στο θέμα των επαναπροωθήσεων δεν το ανακάλυψε η Ολλανδή δημοσιογράφος.

Το λένε μεγάλα ειδησεογραφικά δίκτυα, το καταγγέλλουν οργανώσεις και διεθνείς οργανισμοί και ζητούν ερευνα το Ευρωκοινοβούλιο και η Κομισιόν. Πόσες φορές έχει αδειάσει οργισμένη τον Μηταράκη η Ίλβα Γιόχανσον;

Στις μέρες μας ο διατεταγμένος κανιβαλισμός υπέρ ενός πολιτικού είναι χαμένη υπόθεση. Εκτίθενται – ως ευρισκόμενοι στην αντίθετη πλευρά από τον ρόλο τους- οι δημοσιογράφοι που ισχυρίζονται ότι ο «προσβεβλημένος» Πρωθυπουργός» «έβαλε στη θέση της » τη δημοσιογράφο, ότι είναι «ανάξια» και… «φιλότουρκη» και δεν κάνει δημοσιογραφία, αλλά σόου.

Όπως είναι και ευτελές να αμφισβητείται ο πατριωτισμός των Ελλήνων δημοσιογράφων που δεν συντάσσονται με το… δίκτυο διάσωσης του Πρωθυπουργού από τις αντιδράσεις για την οικτρή συμπεριφορά του, σε μια απλή δημοσιογραφική ερώτηση.

Το στυλάκι «αν δεν είστε με τον Μητσοτάκη είστε με τους Τούρκους » χρεοκόπησε από τότε που το χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Μητσοτάκης στη Συμφωνία των Πρεσπών -για να ισχυριστεί «δεν είστε με την Μακεδονία μας, αλλά με τη Μέρκελ που χαρίζει τις συντάξεις στον Τσίπρα για να πουλήσει το όνομα».

Η 10η Νοεμβρίου 2021 ήταν κακή μέρα για την ελληνική πολιτική. Και η 11η ακόμη χειρότερη για την ελληνική δημοσιογραφία.